Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ο Μελ­χι­σε­δέκ και το μυ­στή­ριο της ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού. ~ Χρι­στό­δου­λου Βα­σι­λειά­δη Θε­ο­λό­γου

ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ 
Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή αυ­τή έ­χει εκ­πο­νή­σει ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς και α­πο­τε­λεί έκδοση του Κέ­ντρου Με­λε­τών της Ιε­ράς Μο­νής Κύκ­κου. Οι δια­στά­σεις του βι­βλί­ου εί­ναι 17 ε­πί 24 ε­κα­το­στά. Εί­ναι δε­μέ­νο με δέρ­μα κα­φέ χρώ­μα­τος, και κα­λύ­πτε­ται α­πό ε­ξώ­φυλ­λο. Συ­νο­λι­κά εί­ναι γραμ­μέ­νο σε 260 σε­λί­δες. Η γλώσ­σα, στην ο­ποί­α εί­ναι γραμ­μέ­νη η δια­τρι­βή, εί­ναι μια α­πλή κα­θα­ρεύ­ου­σα.

Ευ­θύς εξ αρ­χής α­πό τον τίτ­λο, τον ο­ποί­ο έ­χει ε­πι­λέ­ξει ο συγ­γρα­φέ­ας, καθ’ υ­πό­δει­ξιν του κα­θη­γη­τή κ. Γ. Γα­λί­τη, δη­λώ­νε­ται ό­τι τα δύ­ο κε­ντρι­κά πρό­σω­πα της δια­τρι­βής εί­ναι ο ιε­ρέ­ας της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, Μελ­χι­σε­δέκ, και ο Μέ­γας Αρ­χιε­ρέ­ας της Και­νής Δια­θή­κης Ιη­σούς Χρι­στός. Το θέ­μα ε­πο­μέ­νως εί­ναι και­νο­δια­θη­κι­κό...

 
Στον πρό­λο­γό του ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει τον λό­γο της α­νά­θε­σης της με­λέ­της στο πρό­σω­πό του α­πό τον κα­θη­γη­τή κύ­ριο Γ. Γα­λί­τη. Ευ­χα­ρι­στεί ε­πί­σης τους κα­θη­γη­τές, κα­θώς και τα διά­φο­ρα άλ­λα πρό­σω­πα, τα ο­ποί­α συ­νε­τέ­λε­σαν στο να εκ­δο­θεί η πα­ρού­σα με­λέ­τη.

Στην ει­σα­γω­γή ο Μ. Το­μά­σο­βιτ­ς ε­πι­ση­μαί­νει τη σπου­δαι­ό­τη­τα της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής, ό­χι μό­νο για την πε­ριε­κτι­κό­τη­τά της, αλ­λά πιο πο­λύ για το με­στό θε­ο­λο­γι­κών νο­η­μά­των του χα­ρα­κτή­ρα της. Πολ­λοί, α­κό­μα και στην αρ­χαί­α Εκ­κλη­σί­α, αμ­φι­σβή­τη­σαν τον α­πό­στο­λο Παύ­λο, ως συγ­γρα­φέ­α της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής. Ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς δεν πραγ­μα­τεύ­ε­ται αυ­τό το θέ­μα, αλ­λά θε­ω­ρεί ό­τι, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας, ο α­πό­στο­λος Παύ­λος εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας της ε­πι­στο­λής. Οι πα­ρα­λή­πτες εί­ναι μάλ­λον μια ο­μά­δα χρι­στια­νών Ιου­δαί­ων, στους ο­ποί­ους ο συγ­γρα­φέ­ας της ε­πι­στο­λής, α­πό­στο­λος Παύ­λος, συ­γκρί­νει το θεί­ο με­γα­λεί­ο του Ι­η­σού Χρι­στού με ό­λους τους προ­φή­τες, αγ­γέ­λους, δι­καί­ους κα­θώς και με τον Μελ­χι­σε­δέκ. 


Ε­πί­σης ο συγ­γρα­φέ­ας της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής δια­κρί­νει την α­νε­πάρ­κεια της ιε­ρω­σύ­νης της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, η ο­ποί­α ή­ταν «παι­δα­γω­γός εις Χρι­στόν», σε σχέ­ση με την τε­λειό­τη­τα της ιε­ρω­σύ­νης της Και­νής Δια­θή­κης. Η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ερ­μη­νεύ­ει τυ­πο­λο­γι­κά την Πα­λαι­ά Δια­θή­κη. Η Πα­λαι­ά και Και­νή Δια­θή­κη α­πο­τε­λούν α­δια­χώ­ρι­στη ε­νό­τη­τα, α­φού η Πα­λαι­ά ερ­μη­νεύ­ε­ται μέ­σα α­πό το πρί­σμα της Και­νής Δια­θή­κης. Ο 109ος ψαλ­μός ε­πί­σης α­να­φέ­ρε­ται προ­φη­τι­κά στο πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού: «συ ιε­ρεύς εις τον αι­ώ­να κα­τά την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ».
 

Το ζ’ κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής
 

Στο 7ο κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρε­ται στον Μελ­χι­σε­δέκ, ως τύ­πο και προ­τύ­πω­ση της ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού. 

Ο Μελ­χι­σε­δέκ «α­ντι­προ­σω­πεύ­ει τον τύ­πο της ι­δα­νι­κής και τε­λεί­ας ιε­ρω­σύ­νης», και γι’ αυ­τό γί­νε­ται η σύ­γκρι­ση αυ­τή, ού­τως ώ­στε να κα­τα­δει­χθεί η τε­λειό­τη­τα της ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού Χρι­στού, ως του μό­νου α­λη­θι­νού και αι­ώ­νιου ιε­ρέ­α.


Πα­ράλ­λη­λα, ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ά­γιος Νι­κό­δη­μος ο Α­γιο­ρεί­της στην ερ­μη­νεί­α του στην προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να στο ζ’ κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής, ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος «α­πο­δεί­χνει ό­τι η νο­μι­κή Αρ­χιε­ρω­σύ­νη με­τε­τέ­θη α­πό του Α­α­ρών εις τον Χριστόν, του ο­ποί­ου τύ­πος ή­τον ο Μελ­χι­σε­δέκ, ό­στις δεν ή­τον α­πό την φυ­λήν του Λευ­ί».

Το έ­βδο­μο κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής μπο­ρεί να χω­ρι­στή σε τρί­α μέ­ρη. 1ο (στιχ.1-10): Ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρε­ται στο πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, ως βα­σι­λιά και ιε­ρέ­α, κα­θώς και στη σχέ­ση του με τον πα­τριάρ­χη Α­βρα­άμ, 2ο (στιχ. 11-22): Ε­δώ γί­νε­ται έ­νας πα­ραλ­λη­λι­σμός και μια σύ­γκρι­ση του Μελ­χι­σε­δέκ προς το πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού και 3ο (ζ’,23-η’,6): Ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού, ως του αι­ω­νί­ου και ου­ρα­νί­ου αρ­χιε­ρέ­α.

Η σπου­δαι­ό­τη­τα της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής εί­ναι με­γά­λη. Χω­ρίς αυ­τή θα ή­ταν δύ­σκο­λη η κα­τα­νό­η­ση του μυ­στη­ρί­ου της ιε­ρω­σύ­νης του Ι­η­σού.


 «Κα­τά την προς Ε­βραί­ους Ε­πι­στο­λήν ο α­λη­θής ιε­ρεύς α­πε­κα­λύ­φθη. Ο Θε­ός Λό­γος δη­λα­δή ε­σαρ­κώ­θη και ε­γέ­νε­το ιε­ρεύς. Η ε­ναν­θρώ­πη­σις του Θε­ού Λό­γου εί­ναι το θε­μέ­λιον της ιε­ρω­σύ­νης Του, ε­πει­δή η ιε­ρω­σύ­νη Του πρω­τί­στως βα­σί­ζε­ται εις την αν­θρω­πί­νην Του φύ­σιν». Η συ­νύ­παρ­ξη και της θε­ό­τη­τας και της αν­θρω­πό­τη­τας στο ί­διο πρό­σω­πο α­πο­τε­λούν τη μο­να­δι­κό­τη­τα του προ­σώ­που Του.
 

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Α’

Το ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ - Μαρ­τυ­ρί­ες πε­ρί του προ­σώ­που
 

Στο Α’ κε­φά­λαι­ο ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς ε­ξε­τά­ζει τις μαρ­τυ­ρί­ες της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, κα­θώς και τις ε­ξω­βι­βλι­κές πη­γές, με σκο­πό να δια­μορ­φώ­σει μια γε­νι­κή ει­κό­να για το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ. Ο γε­νι­κός τίτ­λος του Α’ κε­φα­λαί­ου «Το πρό­βλη­μα της προ­σω­πι­κό­τη­τος του Μελ­χι­σε­δέκ» δεί­χνει σα­φώς ό­τι υ­πάρ­χει έ­να πρό­βλη­μα α­να­φο­ρι­κά με το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, το ο­ποί­ο και πραγ­μα­τεύ­ε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας στο πρώ­το κε­φά­λαι­ο. Αρ­χι­κά πα­ρα­θέ­τει πλη­ρο­φο­ρί­ες της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης πε­ρί του Μελ­χι­σε­δέκ. Ε­πί­σης α­πα­ριθ­μεί κά­ποιες ε­ξω­βι­βλι­κές α­να­φο­ρές στον Μελ­χι­σε­δέκ, κα­θώς και την ιε­ρω­σύ­νη του. Τέ­λος υ­πάρ­χουν και κά­ποια άλ­λα κεί­με­να, τα ο­ποί­α μι­λούν για τον Μελ­χι­σε­δέκ, τα ο­ποί­α και πραγ­μα­τεύ­ε­ται.
 

Δι­ή­γη­ση της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης 
Το βι­βλί­ο της Πα­λαι­άς δια­θή­κης, που α­να­φέ­ρει για το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, εί­ναι η Γέ­νεσις, στο ιδ’ κε­φά­λαι­ο, στί­χοι 17-20. Πα­ρα­θέ­του­με το κεί­με­νο αυ­τού­σιο: « Έ­ξηλ­θε δε βα­σι­λεύς Σο­δό­μων εις συ­νά­ντη­σιν αυ­τώ, με­τά το υ­πο­στρέ­ψαι αυτόν α­πό της κο­πής του Χο­δολ­λο­γο­μόρ και των βα­σι­λέ­ων των μετ’ αυτού, εις την κοι­λά­δα του Σα­βύ (τού­το ην το πε­δί­ον των βα­σι­λέ­ων). 

Και Μελ­χι­σε­δέκ βα­σι­λεύς Σα­λήμ ε­ξή­νε­γκεν άρ­τους και οίνον ην δε ιε­ρεύς του Θε­ού του υ­ψί­στου. Και η­υ­λό­γη­σε­ τον Ά­βραμ και είπεν ευ­λο­γη­μέ­νος Ά­βραμ τω Θε­ώ τω υ­ψί­στω, ος έ­κτι­σε τον ου­ρα­νόν και την γην. Και ευ­λο­γη­τός ο Θε­ός ο ύ­ψι­στος, ος πα­ρέ­δω­κε τους ε­χθρούς σου υ­πο­χει­ρί­ους σοι. Και έδω­κεν αυ­τώ Ά­βραμ δε­κά­την α­πό πά­ντων».
 

Οι ψαλ­μοί του Δαυ­ίδ προ­φη­τεύ­ουν πε­ρί του Μεσ­σί­α 
Ο προ­φη­τά­ναξ Δαυ­ίδ, προ­φη­τεύ­ο­ντας για τον Μεσ­σί­α, α­να­φέ­ρει τα ε­ξής χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «ώ­μο­σε Κύ­ριος και ού με­τα­με­λη­θή­σε­ται συ ιε­ρεύς εις τον αι­ώ­να κα­τα την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ» δη­λα­δή: «ο Κύ­ριος ωρ­κί­στη­κε, και δεν πρό­κει­ται να αλ­λά­ξη γνώ­μην. Σύ (ο Μεσ­σί­ας), εί­σαι αρ­χιε­ρεύς εις τους αι­ώ­νας των αι­ώ­νων, κα­τά την τά­ξιν του Μελ­χι­σε­δέκ». 

Ε­δώ ο ψαλ­μω­δός ε­ξαί­ρει την ιε­ρω­σύ­νη του προ­σώ­που του Μελ­χι­σε­δέκ, τον οποίο και πα­ρου­σιά­ζει στους Ισ­ρα­η­λί­τες ως πα­ρά­δειγ­μα προς μί­μη­ση. 

Ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ο ιε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, ερ­μη­νεύ­ο­ντας το χω­ρί­ο, ο Θε­ός δεν ορ­κί­ζε­ται, αλ­λά «το πά­ντως ε­σό­με­νον λέ­γει», δη­λα­δή αυ­τό, που πρό­κει­ται να γί­νει. Ο Θε­ο­δώρη­τος ε­πί­σης, ερ­μη­νεύ­ο­ντας το ψαλ­μι­κό χω­ρί­ο, α­να­φέ­ρει ό­τι «ο Μελ­χι­σε­δέκ ούκ Ιου­δαί­ων μό­νον, αλ­λ’ ε­θνών ιε­ρεύς∙ Ού­τω και, ο δε­σπό­της Χρι­στός, ούχ υ­πέρ Ιου­δαί­ων μό­νον, αλ­λα και υ­πέρ πά­ντων αν­θρώ­πων ε­αυ­τόν προ­σε­νή­νο­χε τω Θε­ώ· ευ­ρί­σκο­μεν δε τον Μελ­χι­σε­δέκ και ιε­ρέ­α ό­ντα και βα­σι­λέ­α».
 

Ε­ξω­βι­βλι­κές α­να­φο­ρές για τον Μελ­χι­σε­δέκ 
Ως ε­ξω­βι­βλι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, που α­να­φέ­ρο­νται στο πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ και της ιε­ρω­σύ­νης του, ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει τον Φί­λω­να Ιου­δαί­ο, την ιου­δαϊ­κή πα­ρά­δο­ση και Ραβ­βι­νι­κή ερ­μη­νεί­α, τους Σα­μα­ρεί­τες, τα νε­ο­ευ­ρε­θέ­ντα κεί­με­να του Κουμ­ράν σε μια σπη­λιά κο­ντά στη Νε­κρά Θά­λασ­σα και άλ­λα. Οι ε­ξω­βι­βλι­κές ό­μως πη­γές σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν μπο­ρούν να δώ­σουν λύ­ση στο πρό­βλη­μα της προ­σω­πι­κό­τη­τας και της ιερω­σύ­νης του Μελ­χι­σε­δέκ. 

Κά­ποιοι ε­πί­σης ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ά­γιος Ε­πι­φά­νιος, θε­ω­ρού­σαν ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ ή­ταν ο ί­διος ο υ­ιός του Θε­ού, των ο­ποί­ων τις αι­ρε­τι­κές δοξασίες­ ο ά­γιος πο­λε­μεί. Ο Ιέ­ραξ ε­πί­σης ο Αι­γύ­πτιος, πά­λιν κα­τά τον Ά­γιο Ε­πι­φά­νιο, θε­ω­ρού­σε ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ ή­ταν το ά­γιο Πνεύ­μα. Κά­ποιοι άλ­λοι τέ­λος αι­ρε­τι­κοί, α­να­φέ­ρει ο ά­γιος Κύ­ριλ­λος Α­λε­ξαν­δρεί­ας, πί­στευ­αν ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ ή­ταν μια δύ­να­μη πε­ρι­φα­νής και ε­ξαί­ρε­τος, α­πό το πλή­θος των αγ­γέ­λων.
 

Συ­μπέ­ρα­σμα 
Α­πό τα πιο πά­νω μπο­ρού­με να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι ο Μελ­χι­σε­δέκ υ­πήρ­ξε ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο, που ή­ταν ταυ­τό­χρο­να και βα­σι­λέ­ας και ιε­ρέ­ας. Στο βι­βλί­ο της Γε­νέ­σε­ως πα­ρου­σιά­ζε­ται ως βα­σι­λεύς της Σα­λήμ (=Ιε­ρου­σα­λήμ), συγ­χρό­νως δε και ιε­ρεύς του Ελ­γιόν (δη­λα­δή του Θε­ού του Υ­ψί­στου) μό­νο στην πε­ρί­πτω­ση, που συ­να­ντά και ευ­λο­γεί τον Α­βρα­άμ. Ο τε­λευ­ταί­ος εί­χε, σύμ­φω­να με τη δι­ή­γη­ση της Πα­λαι­άς Δια­θή­κης, ε­πι­τε­θεί κα­τά του βα­σι­λέ­α του Ε­λάμ και των συμ­μά­χων του, τους ο­ποί­ους και εί­χε κα­τα­τρο­πώ­σει. Η τυ­πο­λο­γι­κή τέ­λος ση­μα­σί­α του Μελ­χι­σε­δέκ, ως τύ­που και προ­τύ­πω­σης του Ιη­σού Χρι­στού, ε­πι­σκιά­ζει την ι­στο­ρι­κή ση­μα­σί­α του Μελ­χι­σε­δέκ, ως ι­στο­ρι­κού προ­σώ­που, α­φού πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­πά­τωρ, α­μή­τωρ και α­γε­νε­α­λό­γη­τος.
 

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Β’

Ο Μελ­χι­σε­δέκ τύ­πος του Ι­η­σού Χρι­στού

 
Η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή
 

Στο Β’ κε­φά­λαι­ο ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ρευ­νά το μυ­στή­ριο του προ­σώ­που του Μελ­χι­σε­δέκ και της ιε­ρω­σύ­νης του, σύμ­φω­να με την προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή, κα­θώς ε­πί­σης και την τυ­πο­λο­γι­κή σχέ­ση του Μελ­χι­σε­δέκ προς το πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού, ως του αι­ω­νί­ου αρ­χιε­ρέ­α. Ο τίτ­λος του κε­φα­λαί­ου, «Ο Μελ­χι­σε­δέκ ως τύ­πος του Χρι­στού κα­τά την προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λήν», μαρ­τυ­ρεί ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας πρό­κει­ται να α­να­λύ­σει το κεί­με­νο του 7ου κε­φα­λαί­ου της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής, προ­κει­μέ­νου να α­πο­δεί­ξει ό­τι ο ιε­ρεύς και βα­σι­λεύς Μελ­χι­σε­δέκ προ­ε­τύ­πω­νε τον Ι­η­σού Χρι­στό.
 

Το ό­νο­μα και η πό­λη 
Το ό­νο­μα Μελ­χι­σε­δέκ εί­ναι σύν­θε­το, και προ­έρ­χε­ται α­πό το MLK (Malki), δη­λα­δή βα­σι­λιάς, και SDQ (Sedek), που ση­μαί­νει όρ­θιος· ε­πο­μέ­νως η λέ­ξη Μελ­χι­σε­δέκ ση­μαί­νει βα­σι­λιάς δι­και­ο­σύ­νης.

Ο βα­σι­λιάς της δι­και­ο­σύ­νης ό­μως εί­ναι ο ί­διος ο Κύ­ριός μας, Ι­η­σούς Χρι­στός. Σ’ αυ­τόν α­να­φέ­ρε­ται και ο ψαλ­μω­δός, ό­ταν α­παγ­γέλ­λει: «α­λή­θεια (δη­λα­δή η Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος) εκ της γης α­νέ­τει­λεν και δι­και­ο­σύ­νη (δη­λα­δή ο Μεσ­σί­ας Χρι­στός) εκ του ου­ρα­νού διέ­κυ­ψεν». Ο Μελ­χι­σε­δέκ ε­πί­σης ο­νο­μά­ζε­ται «βα­σι­λεύς Σα­λήμ», δη­λα­δή βα­σι­λιάς της ει­ρή­νης· και ό­ντως ο Χρι­στός ήρ­θε στη γη, για να φέ­ρει, ό­χι μια ψεύ­τι­κη ει­ρή­νη, που προ­σπα­θούν να δώ­σουν κά­θε φο­ρά οι ε­πί­γειοι κο­σμο­κρά­το­ρες, αλ­λά την πραγ­μα­τι­κή ει­ρή­νη και συν­διαλ­λα­γή του αν­θρώ­που με τον Θε­ό, με τον ε­αυ­τό του και με τον συ­νάν­θρω­πό του.
 

Α­πά­τωρ, α­μή­τωρ, α­γε­νε­α­λό­γη­τος 

Ο Μελ­χι­σε­δέκ ο­νο­μά­ζε­ται στην προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ως «α­πά­τωρ, α­μή­τωρ, α­γε­νε­α­λό­γη­τος» (Ε­βρ. ζ’, 3). Πράγ­μα­τι, ο Κύ­ριος εί­ναι α­πά­τωρ κα­τά την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, δη­λα­δή χω­ρίς πα­τέ­ρα, α­φού, ό­πως α­παγ­γέλ­λου­με και στο «Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ως», ε­σαρ­κώ­θη και ε­νην­θρώπη­σε εκ Πνεύ­μα­τος Α­γί­ου και Μα­ρί­ας της Παρ­θέ­νου. Η Υ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κος δεν συ­νέ­λα­βε τον Χρι­στό με τους φυ­σιο­λο­γι­κούς ό­ρους της αν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως, δη­λα­δή με τη συ­νερ­γα­σί­α αν­δρός, αλ­λά υ­περ­φυ­ώς, ό­πως λέ­γει και η υ­μνο­λο­γί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας, χω­ρίς αν­δρι­κό σπέρ­μα. 

Ο Δε­σπό­της Χρι­στός ε­πί­σης εί­ναι α­μή­τωρ κα­τά τη Θεί­α Του φύ­ση, α­φού ε­γεν­νή­θη μό­νο εκ του Πα­τρός «προ πά­ντων των αι­ώ­νων». Εί­ναι τέ­λος α­γε­νε­α­λό­γη­τος κα­τά τη θεί­α φύ­ση Του, α­φού δεν υ­πάρ­χουν «πρό­γο­νοι» στον Χρι­στό ως Θε­ό. «Την γε­νε­αν αυτού τις δι­η­γή­σε­ται», α­να­φω­νεί ο προ­φή­της Η­σαί­ας, εν­νο­ώ­ντας τη θεί­α Του φύ­ση, α­φού ως άν­θρω­πος προ­έρ­χε­ται εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ.

Η φυ­λή, α­πό την ο­ποί­α προ­έρ­χε­ται ο Χρι­στός, εί­ναι η του Ιού­δα· αυ­τή δεν ή­ταν, ό­πως η φυ­λή του Λευ­ί, ιε­ρα­τι­κή φυ­λή. Το ί­διο συμ­βαί­νει και με τον τύ­πο του Ι­η­σού Χρι­στού Μελ­χι­σε­δέκ, ο ο­ποί­ος δεν γε­νε­α­λο­γεί­ται α­πό τη φυ­λή του Λευ­ί.

Ο Μελ­χι­σε­δέκ δεν εί­χε χρι­σθή με έ­λαι­ο, ό­πως ο Α­α­ρών· η ιε­ρω­σύ­νη του ή­ταν θεί­ο δώ­ρο, το ο­ποί­ο εί­ναι αι­ώ­νιο. Το ί­διο και ο Κύ­ριος, ο Ο­ποί­ος ε­πί­σης δεν έ­χει δια­δό­χους, κα­θώς και ο Μελ­χι­σε­δέκ. Η ιε­ρω­σύ­νη του Μελ­χι­σε­δέκ εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό τη Λευ­ϊτι­κή· το ί­διο συμ­βαί­νει και στο πρό­σω­πο του Ι­η­σού Χρι­στού. Η ιε­ρω­σύ­νη Του εί­ναι κα­τά πο­λύ α­νώ­τε­ρη και α­σύ­γκρι­τη α­πό τη νο­μι­κή.

Ο Ι­η­σούς Χρι­στός, ό­πως και ο Μελ­χι­σε­δέκ, εί­ναι ιε­ρέ­ας, ό­χι μό­νο των Ιου­δαί­ων, αλ­λά και των ε­θνών. Έ­χει έλ­θει στον κό­σμο, για να κα­λέ­σει σε έ­να δεί­πνο μυ­στι­κό ο­λό­κλη­ρη την αν­θρω­πό­τη­τα, και ό­χι μό­νο τους Ιου­δαί­ους. Στο δεί­πνο αυ­τό ο Κύ­ριος εί­ναι και ο θύ­της, αλ­λά και το θύ­μα. 


Ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στο βι­βλί­ο της Γε­νέ­σε­ως, ο Μελ­χι­σε­δέκ προ­σέ­φε­ρε ως θυ­σί­α «άρ­τους και οίνον» (Γεν. ιδ’, 18). Η προ­σφο­ρά αυ­τή του Μελ­χι­σε­δέκ, ε­κτός του ό­τι εί­ναι προ­τύ­πω­ση του Σώ­μα­τος και του Αί­μα­τος του Ι­η­σού Χρι­στού, «στη­ρί­ζει και αυ­τόν και τους άν­δρες του με­τά την τα­λαι­πω­ρί­αν».


Ο Μελ­χι­σε­δέκ προ­σφέ­ρει άρ­τους και οί­νον προς ε­νί­σχυ­σιν του κου­ρα­σμέ­νου στρα­τού του Α­βρα­άμ. Ο άρ­τος και οί­νος εί­ναι προ­τύ­πω­ση της α­ναι­μά­κτου θυ­σί­ας του Χρι­στού, της θεί­ας ευ­χα­ρι­στί­ας.


 «Το βέ­βαι­ον ό­μως εί­ναι ό­τι η Α­γί­α Γρα­φή, α­να­φε­ρο­μέ­νη εις τον Μελ­χι­σε­δέκ, ο­μι­λεί ρη­τώς πε­ρί προ­τυ­πώ­σε­ως ιερω­σύ­νης, ου­χί ό­μως πε­ρί προ­τυ­πώ­σε­ως της θυ­σί­ας ταύ­της».

Τέ­λος η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή ε­ξαί­ρει το πρό­σω­πο του Μελ­χι­σε­δέκ, και ό­χι το έρ­γο του, διό­τι ο ιε­ρεύς Μελ­χι­σε­δέκ προ­τυ­πώ­νει τον Ι­η­σού Χρι­στό, ο ο­ποί­ος εί­ναι η αυ­το­α­λή­θεια, η αυ­το­ζω­ή, η πη­γή ό­λων των κα­λών και η αυ­τοτε­λειό­της[18]. Η προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή τε­λι­κά έ­χει κε­ντρι­κό πρό­σω­πο τον Ι­η­σού Χρι­στό, και ό­χι τον ιε­ρέ­α Μελ­χι­σε­δέκ.
 

ΚΕ­ΦΑ­ΛΑΙ­Ο Γ’

Ι­η­σούς Χρι­στός, ο τέ­λειος αρ­χιε­ρεύς - Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Κυ­ρί­ου
 

Στο Γ’ κε­φά­λαι­ο ο Μίρ­κο Το­μά­σο­βιτ­ς α­σχο­λεί­ται με το μυ­στή­ριο της ιε­ρω­σύ­νης του Ιη­σού Χρι­στού, δη­λα­δή την εν Χρι­στώ τε­λεί­ω­ση της ιε­ρω­σύ­νης κα­τά την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ. Κύ­ριο κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του κε­φα­λαί­ου εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός, και ό­χι ο Μελ­χι­σε­δέκ. Ο Κύ­ριος εί­ναι ο τέ­λειος αρ­χιε­ρέ­ας, ό­πως αυ­τό φαί­νε­ται μέ­σα στην Και­νή Δια­θή­κη.

Η ιε­ρω­σύ­νη του Χρι­στού ό­μως, ό­πως α­να­φέ­ρει Γρη­γό­ριος ο Θε­ο­λό­γος, σχε­τί­ζε­ται με την αν­θρώ­πι­νη, και ό­χι με τη θεί­α Του φύ­ση, η ο­ποί­α εί­ναι α­με­τά­βλη­τος και α­ναλ­λοί­ω­τος και υ­πε­ρά­νω του πά­θους. Ο σαρ­κω­μέ­νος Χρι­στός προ­σα­γο­ρεύ­εται α­πό τον Θε­ό ιε­ρέ­ας κα­τά την τά­ξιν Μελ­χι­σε­δέκ. Η ε­ναν­θρώ­πη­σή Του «α­πο­τε­λεί νέ­α ο­ντο­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ου­σια­στι­κή και α­λη­θή Έ­νω­ση Θε­ού και αν­θρώ­που». Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Θε­ού Λό­γου α­πο­τε­λεί το υ­πό­βα­θρο και θε­μέ­λιο της ιε­ρω­σύ­νης του Χρι­στού. Δια της σαρ­κώ­σε­ως ει­σά­γε­ται «ο πρω­τό­το­κος εις την οι­κου­μέ­νην» (Ε­βρ. α’, 5).

Η κλή­ση του Ι­η­σού Χρι­στού στο αρ­χιε­ρα­τι­κό α­ξί­ω­μα

Το ε’ κε­φά­λαι­ο της προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λής α­να­φέ­ρε­ται στην κλή­ση του Ι­η­σού Χρι­στού, ως αν­θρώ­που, α­πό τον Θε­ό Πα­τέ­ρα στο αρ­χιε­ρα­τι­κό α­ξί­ω­μα· «ού­τω και ο Χρι­στος ούχ Εαυ­τόν ε­δό­ξα­σε γε­νη­θή­ναι αρ­χιε­ρέ­α, αλ­λ ο λα­λή­σας προς αυ­τόν υιός μου ει ση, ε­γώ σή­με­ρον γε­γέν­νη­κά σε» (Ε­βρ. ε’, 5). Ο Χρι­στός δεν ε­δό­ξα­σε μό­νος Του τον ε­αυ­τό Του εις το να γί­νει αρ­χιε­ρεύς, αλ­λά τον ε­δό­ξα­σε ο Θε­ός οποί­ος μί­λη­σε προς αυ­τόν και του εί­πε· Υ­ιός μου εί­σαι ε­σύ· Ε­γώ σε γέν­νη­σα σή­με­ρα, ό­ταν σου έ­δω­σα την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση.


Η ιε­ρω­σύ­νη του Χρι­στού εί­ναι έρ­γο της ε­λεύ­θε­ρης θέ­λη­σης και α­γά­πης του Θε­ού, και ως αρ­χή της θε­ω­ρεί­ται η σάρ­κω­ση του δευ­τέ­ρου Προ­σώ­που της Α­γί­ας Τριά­δος, δη­λα­δή του Θε­ού Λό­γου. Η εγ­γύ­η­ση της αι­ω­νιό­τη­τας της ιε­ρω­σύ­νης του Χρι­στού εί­ναι η τά­ξη Μελ­χι­σε­δέκ.

Ο Χρι­στός θύ­της και θύ­μα 
Ο Ι­η­σούς Χρι­στός στην προς Ε­βραί­ους ε­πι­στο­λή πα­ρου­σιά­ζε­ται ως αρ­χιε­ρέ­ας, ο ο­ποί­ος προ­σφέ­ρει θυ­σί­α στον Θε­ό Πα­τέ­ρα. Το ί­διο έ­κα­νε και ο αρ­χιε­ρέ­ας στην Πα­λαι­ά Δια­θή­κη. Ο ί­διος ο Χρι­στός, έ­χο­ντας δύ­ο φύ­σεις, τη θεί­α και την αν­θρώ­πι­νη, ε­νω­μέ­νες α­συγ­χύ­τως, α­τρέ­πτως, α­ναλ­λοιώ­τως στο ί­διο θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και ο θύ­της και το θύ­μα.

Αυ­τός εί­ναι ο μέ­γας αρ­χιε­ρεύς, α­πό τον ο­ποί­ο πη­γά­ζει και το ιε­ρα­τι­κό α­ξί­ω­μα, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να θυ­σιά­ζει και τον ί­διο τον ε­αυ­τό Του ως άν­θρω­πο πά­νω στον Σταυ­ρό. 

Η θυ­σί­α του Χρι­στού πά­νω στον Σταυ­ρό ή­ταν και εί­ναι α­να­γκαί­α για τη συν­διαλ­λα­γή και κα­ταλ­λα­γή του αν­θρώ­που με τον Θε­ό. Ο σταυ­ρι­κός θά­να­τος του Λό­γου, που έ­λα­βε σάρ­κα, εί­ναι το α­πο­κο­ρύ­φω­μα της συ­νε­χούς αυ­το­προ­σφο­ράς Του. 

Κά­θε φο­ρά, που τε­λεί­ται το μυ­στή­ριο της Θεί­ας Ευ­χα­ρι­στί­ας,
ο Χρι­στός θυ­σιά­ζει, ως μέ­γας αρ­χιε­ρεύς,

 δια των χει­ρών του ε­πι­γεί­ου ιε­ρέ­ως,
τον ί­διο τον ε­αυ­τό του, ως άν­θρω­πο.
 
diakonima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...