Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά του στον πλανητάρχη!


Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά του στον πλανητάρχη! (τον 4ο αιώνα μ.Χ.)


του π. Ανανία Κουστένη

Στις 7 Δεκεμβρίου γιορτάζει ο Άγιος Αμβρόσιος, Επίσκο­πος Μεδιολάνων. Στο σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας. Του 4ου αιώνος κι αυτός, σπουδαίος, νομικός μεγάλος, έγινε διοικητής του Μιλάνου και της επαρχίας εκεί, ήταν δίκαιος και συνετός και κατηχούμενος.

Ετοιμαζόταν, δηλαδή, να βαφτισθεί... Πέθανε ο επίσκοπος Μεδιολάνων και μετά οι ορθόδοξοι μάλωναν με τους Αρειανούς στο ποιός θα καταλάβει τον θρόνο. Και έγινε κίνημα. Επανάσταση. Κι ως διοικητής ο Αμβρόσιος εστάλη να καταστείλει την στάση και την επανάσταση και να φέρει την ησυχία και την ειρήνη...

Πήγε, λοιπόν, και τους μίλησε τόσο γλυκά, ήταν ρήτορας και σοφός και ενάρετος, παρότι ακόμη δεν είχε βαφτισθεί. Και τους κατάφερε και τους ηρέμησε...

Και τότε ένα παιδάκι φώναξε δυνατά: "Ο Αμβρόσιος να γίνει επίσκοπος!"

Ήταν φωνή Θεού. Ήταν κλήσις Κυρίου. Κι εκείνος, βέβαια, δεν ήθελε, και λέει το Συναξάριο πώς, μόλις τ’ άκουσε αυτά κι ο κόσμος όλος, αιρετικοί και χρι­στιανοί, είπαν ναι, άξιος, τί κάνει εκείνος; 

Φεύγει, με τρόπο, και καθώς βράδιαζε, καβαλάει ένα άλογο κι έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, για να μη γί­νει μητροπολίτης. Και μόλις ξημέρωσε, τί είχε γίνει; Βρέθηκε, πάλι, στο ίδιο σημείο, από οπού έφυγε. Στης εκκλησίας την αυλή. Και τότε κατάλαβε ότι ο Θεός τον ήθελε σ’ αυτή τη θέση. Στον Θεό ποιος μπορεί να πει όχι;

Κι έγινε, λοιπόν, επίσκοπος Μεδιολάνων, ο μεγά­λος Αμβρόσιος, φρόντισε τους χριστιανούς, φρόντισε τους αιρετικούς, διότι η Εκκλησία εταλαιπωρείτο από τον Αρειανισμό και τις παραφυάδες του, και προ­παντός με τον Θείο του λόγο και με την αγία χάρη, έφερνε αμέτρητους στην Εκκλησία και προστάτευε πολλούς δυσκολεμένους και αδύνατους. 

Είχε τόση παρρησία, που έβαλε επιτίμιο και κανόνα στον ίδιο τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον τον Μέγαν. Με κάποια στάση, που έγινε στη Θεσσαλονίκη και μετά που έδωσε εντολή να φονεύσουν 7.000 στασιαστές. 

Κι ο Θεοδόσιος, όταν πήγε στην εκκλησία και μπήκε στο Ιερό Βήμα, του λέει ο άγιος Αμβρόσιος: «Έξω!» 

Σε ποιόν είπε «Έξω;» Στον πλανητάρχη, παρακαλώ.


Σε ποιόν είπε «Έξω;» Σ’ αυτόν. Κι ο Θεοδόσιος με­γάλος κι αυτός. Να το πούμε. Λοιπόν. Το εδέχθη! Εδέχθη επιτίμιον οκτώ μηνών. 

Ούτε να μεταλάβει ούτε να κάμει τίποτε απ’ τα καθήκοντά του. Το εδέχθη, με άκρα ταπείνωση και μεγάλη υπακοή. Γιατί είχε κα­ταλάβει κι αυτός ένα πολύ σπουδαίο πράγμα. Ότι δεν μπορούμε, με κανένα τρόπο, να εναντιωθούμε στην Εκκλησία. Στην Εκκλησία και στον Θεό! Τί σπουδαίος κι αυτός. Λέμε ναι...

Αλλά, άμα έχεις την οικουμένη στα χέρια σου, θα κάμεις και λάθη. 

Η ομορφιά ποιά είναι στον Θεοδόσιο; Ότι εδέχθη και παρεδέχθη! Και μετενόησε!

Και την ημέρα των Χρι­στουγέννων πήγε στην εκκλησία και τί; Έκανε μετάνοια μπροστά στον επίσκοπο και σ’ όλο το εκκλησία­σμα και ζήτησε επισήμως συγγνώμη, κλαίγοντας! Κλαίγοντας! Και αποκατεστάθη. Αυτός ο Μέγας Θεοδόσιος! Αποκατεστάθη! Και είναι κι εκείνος γραμμένος στο Αγιολόγιο. 

Γιατί, αν ο Μέγας Κωνσταντίνος έφερε τη θρησκευ­τική ελευθερία στην αυτοκρατορία και στον κόσμο, ο Μέγας Θεοδόσιος διάλεξε, ως επίσημη θρησκεία του κράτους του, την ορθοδοξία, η οποία κινδύνευε από Γότθους, βαρβάρους, αιρετικούς, Ιουδαίους, είδωλολάτρες, κι έκαμαν θραύση. 

Και τώρα την πήρε την Εκκλησία, την ορθοδοξία, υπό την προστασία του ο αυτοκράτωρ.

Έθεσε, δηλαδή, τον εαυτό του στη διά­θεση της Εκκλησίας. 

Ήταν, δηλαδή, υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος. Είναι πολύ σπουδαίο κι αυτό. Να το πούμε. Ισχύει μέχρι και σήμερα…Ο άγιος Αμβρό­σιος εκοιμήθη εν Κυρίω το 397 στο Μιλάνο, στα Μεδιόλανα, τότε, όπου είχε γίνει το Σύμφωνο των Μεδιολάνων. 

Η συμφωνία του Κωνστα­ντίνου του Μεγάλου και του Λικινίου για ανεξιθρησκεία. Να υπάρχει, δηλαδή, θρησκευτική ελευθερία, που υπάρχει μέχρι σήμερα…

Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά του στον πλανητάρχη!
____________________________________________________

(π. Ανανίας Κουστένης, Χειμερινό Συναξάρι, τ. Α, εκδ. Ακτή, Λευκωσία 2008, σ. 32-37. Αποσπάσματα) Πηγή: o-nekros.blogspot.com

Σχόλιο Π. κοινωνίας: O Θεοδόσιος κατὰ την εορτὴ των Χριστουγέννων βρέθηκε στὰ Μεδιόλανα και θέλησε να μεταβεί στην Εκκλησία και να κοινωνήσει... Ο άγιος Αμβρόσιος, ντυμένος τα ιερατικά του άμφια, βγήκε στη θύρα του ναού και δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα να προχώρησει. «Είναι τα χέρια σου βαμμένα με αίμα», του είπε. Ο Θεοδόσιος θέλησε να δικαιολογηθεί κι απάντησε στον Ιεράρχη: «Κι ο Δαβὶδ αμάρτησε!». 

Τότε ο άγιος Αμβρόσιος είπε στον Θεοδόσιο. «Τον μιμήθηκες στο έγκλημα, να τον μιμηθείς και στη μετάνοια»! Όταν ο αυτοκράτορας άκουσε αυτά τα λόγια, τα πήρε τόσο κατάκαρδα, και ήλθε σε συναίσθηση και συντριβή, και έβαλε δημόσια μετάνοια ενώπιον του λαού και του Επισκόπου.

(Σχετικά απο τον Παυλίνο, ο οποίος συνέγραψε τον βίο του αγίου Αμβροσίου, λίγο μετά την κοίμηση του τελευταίου. Παυλίνου, Βίος Αμβροσίου).   


Κατά τον Θεοδώρητο σε άλλο περιστατικό, ο Αμβρόσιος δεν άφησε τον Θεοδόσιο, αφού είχε βάλει μετάνοια,  να εισέλθει εις το ιερό για να μεταλάβει μαζί με το ιερατείο όπως όριζε τότε το έθιμο στήν Κωνσταντινούπολη, αλλά τον ταπείνωσε εκ νέου δημόσια, και του όρισε θέση ανάλογη με τον λοιπό λαό, «Βγές και στάσου στήν θέση της τάξεως των λαικών!» φρονώντας ότι «αλουργίς βασιλέας ουχ ιερά ποιεί»... Δίχως καν να απαντήσει ο Θεοδόσιος βγήκε απο το ιερό και έλαβε θέση μαζί με τούς λαικούς, αλλά και όταν επέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, ποτέ ξανά δεν τόλμησε να εισέλθει στο ιερό βήμα για να μεταλάβει.

Ο Επίσκοπος Αμβρόσιος των Μεδιολάνων δε συναίνεσε στις αξιώσεις του επισκόπου Ρώμης Δάμασου για την προβολή του ''πέτρειου πρωτείου'', (την αρχή της παπικής πλάνης περί του πρωτείου, και αλάθητου του πάπα) μολονότι υπήρξε ο πρώτος που εισηγήθηκε τον όρο πρωτείο (primatum). Υποστήριξε πως η Εκκλησία της Ρώμης διεκδικούσε το πρωτείο της ομολογίας και της πίστης, μέσα στα πλαίσια της δυτικής χριστιανοσύνης, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δε συνιστούσε πρωτείο τάξεως.

''Κι όμως καθένας, που δεν ομολογεί όλα όσα ανήκουν στον Χριστό, στην πραγματικότητα αρνείται τον Χριστό...'' ~ Άγιος Αμβρόσιος, Επίσκοπος Μεδιολάνων

(1. St. Ambrose of Milan, Commentary on the Gospel of Luke, (389 μ. Χ) 1304, The Faith of the Early Fathers, σ. 163)
                                                                              

1 σχόλιο:

  1. Ως γνωστόν η Εκκλησία του Χριστού “γεννήθηκε” ή αν προτιμάτε “συγκροτήθηκε” την Πεντηκοστή , αφού προηγουμένως ο Κύριος πριν την Ανάληψή Του έδωσε εντολές στους Αποστόλους (Πραξεις Αποστόλων Κεφ. Α , 8) και (Ματθ. 28 18-20). Την ημέρα της Πεντηκοστής έγινε η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους 12 μαθητές, οι οποίοι και ενεπλήσθησαν με πλήθος χαρισμάτων , όπως να ομιλούν ξένες γλώσσες (γλωσσολαλιά), ρητορική δεινότητα, δύναμη ιάσεως από σωματικές και ψυχικές ασθένειες και άλλα. Το γεγονός αυτό, αν και διαφορετικά από τον καθέναν ερμηνευόμενο, έγινε αντιληπτό ως πραγματικότητα από τους τότε Εβραίους που ήταν στην Ιερουσαλήμ .
    Τότε πλήρης θείας Χάριτος ο Πέτρος έκανε τις δύο ομιλίες του προς τους συγκεντρωθέντες στα Ιεροσόλυμα από όλα τα μέρη Εβραίους, οι οποίο ήταν εκεί, γιατί ήταν ημέρα εορτής των. Με την δύναμη της ομιλίας του η Εκκλησία του Χριστού απέκτησε με την πρώτη ομιλία τους πρώτους 3.000 πιστούς και με την δεύτερη τους 5000 πιστούς, οι οποίοι εβαπτίσθησαν.
    Η πρώτη αυτή κοινότητα πιστών αυτοχαρακτηρίστηκε “εκκλησία”(Πραξ. Αποστόλων. Κεφ. Β 47)
    Με τις ομιλίες αυτές και τις βαπτίσεις η πρώτη αυτή Εκκλησία του Χριστού, αυτοδίκαια και αυτόνομα από κάθε εξουσία, δημιούργησε δικούς της θεσμούς. Την “διακονία του λόγου”, την “διακονία των τραπεζών”, τα μυστήρια του βαπτίσματος, της “θείας ευχαριστίας”, την “ομοθυμαδόν” λήψη αποφάσεων, την κοινή προσευχή και την κοινοκτημοσύνη.
    Η Εκκλησία αυτή των Ιεροσολύμων συνέχισε να μεγαλώνει και τότε οι Απόστολοι αντελήφθησαν ότι ήταν αναγκαίο για την διοίκησή της να δημιουργηθεί και άλλο ένα συλλογικό όργανο. Έκριναν ότι όφειλαν οι ίδιοι να κρατήσουν “την προσευχή και την διακονία του λόγου”. Για την “διακονία των τραπεζών” κάλεσαν τους πιστούς να εκλέξουν επτά από το σύνολο των πιστών, οι οποίοι να αναλάβουν αυτήν την διακονία, δηλαδή να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μη γίνονται λάθη. (Πραξ.Αποστόλων, Κεφ. ΣΤ 8-15, Ζ 1-60). Η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας λοιπόν αρχίζει με την αυθεντία των Αποστόλων, ως εκλεγμένων από τον Κύριον και τους εκλεγέντες από τους πιστούς επτά διακόνους, οι αποφάσεις όμως συζητούνταν και επικυρώνονταν από την όλη κοινότητα των πιστών “ομοθυμαδόν”. Στη συνέχεια μέσα στη δεκαετία οι Απόστολοι και διάκονοι πλαισιώθηκαν από συνεργάτες τους τους “Πρεσβυτέρους”.
    Δογματικής φύσεως , διαφορές δύο τάσεων που δημιουργήθηκαν στις πρώτες δεκαετίες μεταξύ “Ιουδαϊζόντων” και “Ελληνιστών” Χριστιανών (περιτομή, τήρηση Ιουδαϊκού νόμου) επιλύθηκαν στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων που έγινε από το 48 έως 50 μ.Χ. Αυτόνομα συνέχισε η Εκκλησία να δημιουργεί τους θεσμούς του Επισκόπου, των τοπικών Συνόδων,τις "λογίες" υπέρ των χειμαζόμενων Εκκλησιών. Την αυτονομία της αυτή δυστυχώς την έχασε θα έλεγε κανείς ανεπαίσθητα όταν ο Μ. Κωνσταντίνος με διάταγμά του συνεκάλεσε την σύνοδο της Αρελάτης και στη συνέχεια την Α΄Οικουμενική Σύνοδο στην οποία μετέσχε αβάπτιστος ων ως "Επίσκοπος των Εκτός". Στη συνέχεια ο ίδιος και οι επόμενοι Αυτοκράτορες επενέβαιναν ακόμη και σε δογματικά ζητήματα καταλύοντας την Αυτονομία της Εκκλησίας και επιβάλλοντας τον Καισαροπαπισμό ως δόγμα διοίκησης στην Εκκλησία. Λάθος μεγάλο που το έχουμε και σήμερα αφού στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ο τρόπος διοίκησης της Εκκλησίας και μάλιστα προβλέπεται ρητά η ύπαρξη θεσμικού νόμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Share this