Φοβερό κακό ἡ ἀμέλεια, σπουδαία ἡ μετάνοια.
«Δεινὸν ἡ ῥαθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.)
Θὰ σᾶς κάνω, ἀγαπητοί μου, μία διευκρίνισι. Αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, τὰ «γράμματα» ὅπως λέει ὁ λαός, δὲν εἶνε τῆς Μεγάλης Τρίτης· εἶνε τῆς Μεγάλης Τετάρτης.
Τὸ φοβερὸ γεγονὸς τῆς Μεγάλης Τετάρτης εἶνε ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀποδίδει τόση σημασία, ὥστε γι ̓ αὐτὸ κάθε Τετάρτη ἔχει θεσπίσει καὶ νηστεία. Εἶνε σὰν νὰ λέῃ στοὺς Χριστιανούς· Προσέξτε μὴν προδώσετε κ ̓ ἐσεῖς τὸ Χριστό. Ὅπως ἐπίσης τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ μᾶς δείχνει τοὺς Ἑβραίους καὶ μᾶς λέει· Προσέξτε μὴ σταυρώσετε κ ̓ ἐσεῖς τὸ Χριστό.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ἀπόψε τὴ μορφὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Δύο εἰκόνες λοιπόν, μία μαύρη, μία ἄσπρη· ἡ μία εἶνε ἥλιος, ἡ ἄλλη εἶνε σκοτάδι. Ἂς δοῦμε πολὺ σύντομα αὐτὲς τὶς δύο εἰκόνες.
Ἡ πρώτη εἰκόνα, ὁ Ἰούδας. Ὄνομα φρικτό. Σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, ὅποιο λεξικὸ καὶ ἂν ἀνοίξετε, θὰ δῆτε ὅτι Ἰούδας εἶνε συνώνυμο τοῦ κλέφτη, τοῦ προδότη. Ἦταν ἆραγε ὁ Ἰούδας τέτοιος ἐξ ἀρχῆς; Ὄχι, δὲν γεννήθηκε προδότης· ἔγινε. Πῶς ἔγινε;
Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἰούδας, ἐνῷ ὅλοι σχεδὸν οἱ μαθηταὶ ἦταν ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, αὐτὸς ἦταν χωρικός, καλλιεργοῦσε ἕνα χωράφι σὲ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Ἰουδαίας. Ζοῦσε ἥσυχη οἰκογενειακὴ ζωὴ μέχρι ποὺ πέρασε ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ξεσηκώνει τὶς ψυχές. Πρώτη φορὰ ἄκουγε τέτοια λόγια ὁ Ἰούδας. Εἶδε πράγματα μεγάλα, πίστεψε καὶ ἑλκύστηκε· ἐγκατέλειψε γυναῖκα καὶ παιδιά, πατέρα, μητέρα, φίλους, καὶ ἀκολούθησε τὸ Χριστό.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἀγαποῦσε τὸν Ἰούδα, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους. Καμμία διάκρισι δὲν ἔκανε. Ποτέ δὲν τοῦ μίλησε σκληρά. Τὸν τίμησε μάλιστα μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐμπιστευθῇ τὸ ταμεῖο τῆς συνοδείας. Ἦταν τρόπον τινὰ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, κρατοῦσε τὰ κλειδιά. Αὐτὸς εἶχε τὰ χρήματα ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ εἶπε ποτὲ κακὸ λόγο· ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ δεχόταν τὸ φίλημα τῆς προδοσίας, εἶπε· Φίλε, «μὲ φίλημα παραδίδεις τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Λουκ. 22,48).
Δὲν εἶχε λοιπὸν κανένα παράπονο ὁ Ἰούδας, δὲν τὸν ἔθιξε ποτὲ ὁ Χριστός. Πῶς ἔγινε προδότης; Μυστήριο, ἀδελφοί μου· μυστήριο, ποὺ μάταια ζητοῦσε νὰ ἐρευνήσῃ ἡ ψυχολογία. Δύο ἀπόψεις ὑπάρχουν γι ̓ αὐτό.
√ Ἡ μία εἶνε, ὅτι ὁ Ἰούδας κλονίστηκε ἀπέναντι στὸ Χριστό. Εἶχε μία ἐσφαλμένη ἰδέα. Θὰ ξέρετε, ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἡ Ἰουδαία ἦταν ὑποδουλωμένη στοὺς ̔Ρωμαίους. Καὶ ὅπως οἱ σκλάβοι λαχταροῦν πότε νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἔτσι κι αὐτός. Εἶχε πιστέψει, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ γίνῃ ὁ ἐλευθερωτὴς ποὺ θὰ συντρίψῃ τοὺς κατακτητὰς καὶ θ ̓ ἀναστήσῃ τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβλεπε στὸ Χριστὸ μία πολιτική, ὄχι θρησκευτικὴ ἀποστολή. Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶνε ὁ λυτρωτὴς τῶν ψυχῶν, ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, εἶνε λυτρωτὴς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, ὄχι ἀπὸ ἐθνικὲς καὶ πολιτικὲς καταστάσεις.
Ἐνῷ λοιπὸν ἀνέβαιναν στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ αὐτὸς φανταζόταν ὅτι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ ὄνειρα αὐτά, ξαφνικὰ τί τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς· –Ἐγὼ θὰ σταυρωθῶ. –Θὰ σταυρωθῇς; ὤ, ἐγὼ σὲ περίμενα ἔνδοξο βασιλιᾶ, ἀνώτερο τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολομῶντος, κ ̓ ἐσὺ μᾶς λὲς θὰ σταυρωθῇς; Βασιλιᾶς καὶ σταυρὸς συμφωνοῦν; τί πράγματα εἶν ̓ αὐτά;… Αὐτά, λένε, ἦταν τὸ ῥῆγμα, ποὺ συνέβη μέσα του, γιατὶ διαψεύδονταν οἱ ἀπατηλὲς ἐλπίδες ποὺ εἶχε στηρίξει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
√ Ἡ ἄλλη ἄποψις, κατὰ τὴν ἐξήγησι τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε, ὅτι ὁ Ἰούδας εἶχε μέσα του ἕνα κρυμμένο πάθος, κάποια ἀχίλλειο πτέρνα, μιὰ ἀδυναμία· εἶχε φιλαργυρία. Μάταια ὁ Χριστὸς προ- σπάθησε νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων εἶνε μεγάλος πειρασμός. Καὶ οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ ὁ τρίτος ποὺ θὰ ἔρθῃ, αἰτία ἔχουν τὸν ἔρωτα τῶν χρημάτων, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Πρέπει ὅλοι νὰ ῥίξουμε μιὰ ματιὰ μέσα μας καὶ νὰ φοβηθοῦμε τὸν πειρασμὸ αὐτόν.
Βαθὺ τὸ μυστήριο τοῦ Ἰούδα· πῶς αὐτός, ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐγκατέλειψε τὰ πάντα, πιάστηκε κατόπιν στὰ φοβερὰ δίχτυα τῆς φιλαργυρίας, ἀγάπησε τὰ χρήματα; καὶ ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ Χριστὸ καὶ ἔβαλε τὸν χρυσό; Αὐτὸ ἦταν ποὺ τὸν ὤθησε στὴν προδοσία· ἔκλεισε συμφωνία μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔγινε προδότης τοῦ Χριστοῦ. Τί ἄβυσσος διαφθορᾶς καὶ κακίας!
Μερικοὶ ψευτοθεολόγοι τῆς Δύσεως, ἰδίως Γερμανοί, προτείνουν μὲ τὸν πάπα νὰ σβήσουμε ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι ἐπικρίσεις λέγονται γιὰ τὸν Ἰούδα καὶ τὴν Ἰουδαϊκὴ φυλή. Ἄλλοι πάλι, φανατικοί, λένε, ὅτι πρέπει νὰ δοῦμε τὸν Ἰούδα ὡς πολιτικὸ πρόσωπο ποὺ ζητοῦσε τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας του. Καὶ ἄλλοι ἀκόμα, σ ̓ ἕνα μέρος τῆς Ρωσίας πρὸ ἐτῶν τὸν θεώρησαν μεγάλο ἐθνικὸ ἥρωα καὶ τοῦ ἔστησαν καὶ ἄγαλμα.
Ἀλλ ̓ ὄχι. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας ἀντιλήφθηκε τὸ χάος, τὴν ἄβυσσο ποὺ κατρακύλησε, καὶ εἶπε· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (Ματθ. 27,4).
Ὁ Χριστός, ποὺ δὲν εἶπε λέξι ἐναντίον του, σὲ κάποια στιγμή, γιὰ νὰ τὸν φέρῃ σὲ συναίσθησι, εἶπε ἕνα μεγάλο λόγο (τὸν ὁποῖο ἐπανέλαβε κατὰ κάποιο τρόπο ὁ λόρδος Βύρων). Ὁ Ἰούδας ἀπέτυχε στὴ ζωή του. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Καλύτερα γι ̓ αὐτὸν ἦταν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ» στὸν κόσμο (Ματθ. 26,24). Καὶ ἡ κρίσις αὐτὴ εἶνε ἡ δικαία κρίσις γιὰ τὸν Ἰούδα.
Πῶς τὸ ἔπαθε; Δὲν πρόσεξε τὸν ἑαυτό του στὰ πρῶτα κινήματα τῆς φιλαργυρίας. Τὸν πολέμησε ὁ σατανᾶς ὅπως προσπάθησε ν ̓ ἀνατρέψῃ καὶ τὸ Χριστὸ μὲ τοὺς πειρασμούς. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. 4,10). Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πῇ κι ὁ Ἰούδας. Αὐτὸ πρέπει νὰ λέμε ὅλοι μας. Γιατὶ ὅλοι ἔχουμε πειρασμούς. Καὶ ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις, τόσο καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶνε μεγαλύτεροι. Πρέπει νὰ πολεμᾷς, νὰ βιάζῃς τὸν ἑαυτό σου.
Ἔπεσε ὁ Ἰούδας· αὐτὴ εἶνε ἡ μαύρη εἰκόνα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ λευκή, ἡ φωτεινή. Γι ̓ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀπόψε, ἐνῷ πάνω στὴν ἀγχόνη τοῦ Ἰούδα γράφει «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία», στὴν ἄλλη πλευρὰ γράφει· «Μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.). Ἡ ἄλλη μορφή, ἡ ἄλλη εἰκόνα, εἶνε ἡ μετανοημένη ἁμαρτωλὴ γυναίκα. Ποιά εἶνε αὐτή; Δὲν εἶνε οὔτε ἡ Κασσιανὴ ποὺ ἔγραψε τὸ τροπάριο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…» ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, οὔτε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ποὺ λένε κάποιοι, οὔτε ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου. Ἀλλὰ ποιά εἶνε;
Σᾶς βάζω κανόνα, γιατὶ ξέρω ὅτι δὲν διαβάζετε. Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀνοῖξτε τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο στὸ 7ο κεφάλαιο, στίχους 36-50· ἐκεῖ περιγράφει τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα. Ἦταν γυναίκα κοινή, μιὰ πόρνη· δὲν τὸ λέω ἐγώ, ἔτσι τὴ λένε ἀπόψε οἱ ὕμνοι ποὺ ἀκοῦμε. Νὰ τὴν κατηγορήσουμε; Ὄχι. Δὲν τὴν κατηγόρησε ὁ Χριστός, τί εἶμαι ἐγὼ νὰ τὴν κατηγορήσω; Ὄχι, εἶνε ἀξιολύπητο πρόσωπο. Φταίει ἡ ἄτιμη κοινωνία. Ἀλλ ̓ ὅπως ἐπάνω στὴν κοπριὰ τῆς κοινωνίας φυτρώνουν λουλούδια, ἔτσι φύτρωσε καὶ αὐτή.
Ἁμαρτωλὴ ἦταν, ἀλλὰ μέσα της ὑπῆρχε κάτι πολύτιμο. Μυστήριο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Μυστήριο ὁ Ἰούδας, μυστήριο καὶ ἡ πόρνη. Διότι μέσ ̓ στὴν καρδιὰ τῆς πόρνης ὑπῆρχε σπίθα. Ὡς ἱεροκήρυκας βρέθηκα στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου καὶ ὁ τσοπᾶνος μοῦ λέει· –Θ ̓ ἀνάψω φωτιά. –Σπίρτα δὲν ἔχουμε, λέω. Ἐκεῖνος σκάλισε τὴ στάχτη, βρῆκε μιὰ σπίθα καὶ ἄναψε φωτιά. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός· μέσα στὴ στάχτη τῆς ψυχῆς της βρῆκε τὴ σπίθα καὶ ἄναψε τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, μιὰ ἀπέραντη ἀγάπη.
Καὶ βλέπεις αὐτὴ τὴ γυναῖκα νὰ πλησιάζῃ τὸ Χριστό, νὰ κλαίῃ γοερά, νὰ πλένῃ τὰ πόδια του μὲ δάκρυα καὶ μύρα, νὰ λύνῃ τὰ μαλλιά της, νὰ τὰ κάνῃ πετσέττα καὶ νὰ σκουπίζῃ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὴ εἶνε ἡ σκηνὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Καὶ ὁ Χριστὸς τὴ συγχώρησε. Μὴν τὴν ἐνοχλεῖτε, λέει. Τὴν δέχτηκε· ἔγινε ὑπερασπιστής της, ὁ μεγάλος προστάτης, ὁ πατέρας της, ὁ ἀδελφός της, καὶ λέει· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ»(Λουκ. 7, 47).
Ταῦτα, ἀγαπητοί μου. Δύο τά διδάγματα.
Ἀπὸ τὸν Ἰούδα· «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία». Εἶνε κανεὶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται δίκαιος, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἅγιο; Ὅσο κι ἂν προοδεύσῃς στὴν ἀρετή, καὶ ἂν ἀκόμα γίνῃς Πέτρος, Παῦλος, ἄγγελος, νὰ φοβᾶσαι ὅτι μπορεῖ νὰ πέσῃς. Καὶ ἂν πέσῃς ὅμως, μὴ μείνῃς στὴν πτῶσι, φρόντισε, ἀγωνίσου νὰ σωθῇς.
Καὶ τὸ δίδαγμα ἀπὸ τὴ μετανοημένη ἁμαρτωλή· «Μεγάλη ἡ μετάνοια». Ὅσο κι ἂν ἁμάρτησες, μὴν ἀπελπιστῇς. Καὶ ἂν τ ̓ ἁμαρτήματά σου εἶνε ἕνας Ὄλυμπος ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα, ῥῖξ ̓ τα στὴ θάλασσα. Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀπέραντος ὠκεανὸς τοῦ ἐλέους. Θὰ σβήσουν. Μὴν ἀπελπίζεσαι.
Εὔχομαι, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, ἐὰν θέλετε νὰ ἑορτάσουμε Πάσχα χριστιανικό, ὄχι εἰδωλολατρικό, νὰ μετανοήσουμε ὅλοι κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς μετανοημένης ἁμαρτωλῆς.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

.jpg)


.png)






.jpg)








.webp)
.jpg)





