Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

''Ὁ Χριστός δέχεται τούς ἁμαρτωλούς''... ~ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος 
Ὁ Χριστός δέχεται τούς μετανοημένους ἁμαρτωλούς

~ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης (†)

Ἀκούσατε σήμερα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 4,5-42). Ἀλλὰ τί ὠφεληθήκατε; Γι ̓ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, νὰ τὸ ἐξηγήσουμε πολὺ ἁπλά.

Θ ̓ ἀρχίσουμε μ ̓ ἕνα παράδειγμα. Ποιό παράδειγμα; Ὑπάρχει ἕνα πουλὶ ποὺ εἶνε γνωστὸ κ ̓ ἐδῶ στὴν περιφέρεια καὶ σ ̓ ἄλλα μέρη· εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ἄσχημα πουλιά, εἶνε τὸ κοράκι. Τὰ φτερά του εἶνε μαῦρα, κατάμαυρα· τὸ κοράκι πετάει στὰ βουνὰ καὶ στὰ φαράγγια καὶ τρώει ψοφίμια· τὸ κοράκι ζῇ – πόσα χρόνια νομίζετε; Διακόσα χρόνια ζῇ τὸ κοράκι! Γι ̓ αὐτὸ σὲ πολλὰ μέρη ὅταν εὔχωνται κάποιον λένε· Κορακοζώητος! Δηλαδή, νὰ ζήσῃ σὰν τὸν κόρακα, διακόσα χρόνια. 

Ἔτσι ὥρισε ὁ Θεός, νὰ ζῇ ὁ κόρακας διακόσα χρόνια. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Κόρακας εἶνε. Ἐνῷ ἕνα ἄλλο πουλάκι ὄμορφο, τὸ ἀηδόνι, ζῇ λίγα χρόνια, ἀλλὰ κελαηδάει ὄμορφα καὶ μᾶς εὐχαριστεῖ. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ εἴμαστε κοράκια νὰ ζοῦμε χρόνια πολλά, ἄχρηστα χρόνια, προτιμότερο νὰ ζοῦμε λιγώτερα χρόνια, νὰ εἴμαστε σὰν τὰ ἀηδονάκια ποὺ κελαηδᾶνε μέσα στὸ δάσος.

–Ἀλλὰ γιατί, θὰ μοῦ πῇς, ἀρχίζεις μὲ κοράκια; Τὸ εὐαγγέλιο δὲν λέει γιὰ κοράκια...

Καὶ ὅμως μέσ ̓ στὸ εὐαγγέλιο εἶνε σήμερα ἕνα κοράκι. Βλέπουμε μέσα στὸ εὐαγγέλιο ἕνα κοράκι ποὺ ἔγινε περιστέρι. Ἐὰν σᾶς πῶ, ὅτι ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι, ποιός τὸ πιστεύει; κανείς. Καὶ ὅμως αὐτὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ποιό εἶνε τὸ κοράκι; Μιὰ γυναίκα. Ποιά; καμμία ἁγία; Ὄχι, ἁμαρτωλή, πολὺ ἁμαρτωλή. Πῶς τὴ λέγανε; Σαμαρείτισσα. Πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ κατάγεται. Τί ἦταν αὐτή; Παντρεμένη. Πῆρε ἕνα ἄντρα, ἔκανε παιδιά...

Ἔδιωξε τὸν πρῶτο ἄντρα. Πῆρε δεύτερο, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τρίτον ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τέταρτον ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε πέμπτο ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Ἔζησε μὲ ἕξι ἄντρες. Ἦταν λοιπὸν μιὰ γυναίκα πολὺ διεφθαρμένη. Τὴν ἤξεραν ὅλοι. Ντρεπόταν καὶ ἡ ἴδια. Γι ̓ αὐτὸ δὲν πήγαινε τὸ πρωὶ στὴ βρύσι, ποὺ πήγαιναν οἱ γυναῖκες νὰ πάρουν νερό, ἀλλὰ πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ δὲν πάει καμμιά νοικοκυρὰ στὴ βρύσι, τότε, τὸ μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὸν κόσμο, τότε ἔπαιρνε τὴ στάμνα της καὶ ντροπαλὴ – ντροπαλὴ πήγαινε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερό. Αὐτὴ ἦταν ἡ γυναίκα – κοράκι.

Καὶ ξαφνικὰ γίνεται περιστέρι. Πῶς; Νά· ἕνα μεσημέρι, Ἰούνιο μῆνα, ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὶς πέτρες, πῆρε κι αὐτὴ ντροπαλὴ τὴ στάμνα, βγῆκε ἀπ ̓ τὸ χωριὸ καὶ πῆγε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερὸ μὲ τὸν κουβᾶ της. Ἐκείνη τὴν ὥρα νά ἕνας ἄνθρωπος κουρασμένος, ἱδρωμένος, καθόταν ἐκεῖ στὸ πηγάδι. Ξένος ἦταν, ἄγνωστος. Ποιός ἦταν; Ὁ Χριστός. Δὲν τὸ κατάλαβε αὐτὸ ἡ Σαμαρείτισσα. Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς λέει· –Δός μου νὰ πιῶ, διψῶ. Ἐκείνη, ἀπὸ τὴν προφορὰ κι ἀπὸ τὰ ῥοῦχα του, κατάλαβε ὅτι δὲν εἶνε ἀπ ̓ τὸ χωριό· ἀπὸ μακριά, ἀπὸ ξένη χώρα εἶνε, ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ποὺ αὐτοὶ μισοῦσαν· πάρα πολὺ μισοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους. Παραξενεύτηκε λοιπόν.

Πῶς ἐσύ, λέει, ἀπὸ μέρος ποὺ δὲν ἔχουμε σχέσι, ζητᾷς ἀπὸ μένα νὰ σοῦ δώσω νὰ πιῇς;

Καὶ τότε ὁ Χριστὸς τί τῆς λέει·

–Ἐάν ἤξερες ποιός εἶμαι, ἐσύ θά ζητοῦσες ἀπό μένα καί θά σοῦ ἔδινα τό ἀθάνατο νερό.

Ἀθάνατο νερό; ὑπάρχει λοιπὸν ἀθάνατο νερό; νὰ πίνῃ κανεὶς καὶ νὰ μὴ διψᾷ ποτέ καὶ νὰ μὴν πεθαίνῃ ποτέ; Δός μου το, λέει αὐτή.

Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾷ·

–Θὰ σοῦ δώσω τὸ ἀθάνατο νερό, ἀλλὰ πήγαινε νὰ φωνάξῃς πρῶτα τὸν ἄντρα σου.

Δὲν ἔχω ἄντρα, ἀπαντᾷ αὐτή...

–Ναί, λέει ὁ Χριστός, σωστὰ τὸ εἶπες· πέντε ἄντρες εἶχες κι ὁ ἕκτος αὐτὸς ποὺ τώρα συζῇς δὲν εἶνε νόμιμος σύζυγός σου.

Ἤξερε τὰ πάντα γι ̓ αὐτὴν ὁ Χριστός. Καὶ μόλις ἄκουσε τὰ λόγια του, σκέφτηκε· Αὐτὸς εἶνε ἀπὸ μακριά· πῶς ξέρει τὴ ζωή μου; σίγουρα εἶνε προφήτης. Ἄρχισε λοιπὸν μιὰ συζήτησι μὲ τὸ Χριστὸ πάνω σὲ μεγάλα θέματα τῆς θρησκείας· κ ̓ ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν εἶπε αὐτή·

Αὐτὰ τὰ δύσκολα ζητήματα δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε ἐμεῖς. Περιμένουμε νὰ μᾶς τὰ λύσῃ ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὅταν θὰ ἔρθῃ.

–Ἐγώ εἶμαι πού σοῦ μιλῶ, λέει ὁ Χριστός.

Πάνω στὴν ὥρα ἦρθαν οἱ μαθηταί του...


Αὐτὴ λοιπὸν ἔκπληκτη ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι ἀφήνει ἐκεῖ τὴ στάμνα της καὶ τρέχει στὸ χωριό.

Τρέξτε, φωνάζει, χωριανοί· ἐλᾶτε στὸ πηγάδι, νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός;

Καὶ τότε ὅλοι ἄφησαν τὶς δουλειές. Πῆγαν στὸ πηγάδι. Κι ὅταν εἶδαν τὸ Χριστὸ καὶ ἄκουσαν τὰ λόγια του, πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν σ ̓ αὐτόν. Τοῦ ζήτησαν μάλιστα νὰ μείνῃ σ ̓ αὐτούς. Καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο μέρες. Καὶ τότε ἀπὸ τὰ λόγια του πίστεψαν πολὺ περισσότεροι. Καὶ ἔλεγαν στὴ γυναῖκα· Τώρα πιὰ δὲν πιστεύουμε γιατὶ τὸ εἶπες ἐσύ· οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε καὶ ἔχουμε πεισθῆ ὅτι αὐτὸς ἀληθινὰ εἶνε ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.

Ἡ γυναίκα αὐτὴ τί ἀπέγινε; ἔμεινε ἐκεῖ ποὺ ἔζησε μὲ τοὺς πολλοὺς ἄντρες; Ὄχι πιά. Τὸ κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ἔφυγε, ἄλλαξε τελείως. Μετὰ τὴ θυσία καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ βαπτίστηκε, ἄλλαξε καὶ ὄνομα· δὲν λέγεται πλέον Σαμαρείτισσα, ἀλλὰ λέγεται Φωτεινή, ἁγία Φωτεινή. 

Καὶ τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ λαγκάδι σὲ λαγκάδι, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό, κι ἀπὸ ποτάμι σὲ ποτάμι, διέτρεξε πολιτεῖες καὶ χωριά, κήρυξε τὸ Χριστὸ καὶ πίστεψε κόσμος, γυναῖκες – ἄντρες ἁμαρτωλοί, μικροὶ – μεγάλοι. Ἔκανε μεγάλο καλό. Στὸ τέλος μάλιστα τὴ συνέλαβαν καὶ μαρτύρησε. Καὶ ποῦ; Μόνο ἂν ζῇ κάποιος ἡλικιωμένος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πῆγαν στρατιῶτες στὴ Μικρὰ Ἀσία, αὐτοὶ ξέρουν ποιά ἦταν τότε ἡ πιὸ μεγάλη πόλις· εἶνε ἡ Σμύρνη. Ἔ, ἐκεῖ λοιπὸν μαρτύρησε· στὴ Σμύρνη, ποὺ εἶχε καμμιὰ εἰκοσαριὰ ὄμορφες ἐκκλησιές. Ἡ πιὸ ὄμορφη ἦταν ἡ Ἁγία Φωτεινή, ποὺ τέτοια ἅγια μέρα ὅλη ἡ Σμύρνη ἑώρταζε τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς.

Τί μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, τό εὐαγγέλιο σήμερα; Μᾶς δείχνει, ὅτι ὁ Χριστός δέχεται τούς ἁμαρτωλούς. 

Ποιούς ἁμαρτωλούς; Ὑπάρχουν δυὸ κατηγορίες ἁμαρτωλῶν· νούμερο ἕνα, νούμερο δύο. Σὲ ποιά ὑπαγόμαστε ἐμεῖς; Ὅλοι ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε. Ἀλλὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ γελᾶνε, κοροϊδεύουν, γλεντᾶνε, βλαστημᾶνε, βγάζουν ἀφρὸ ἀπὸ τὸ στόμα, ἀκοῦνε τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ καὶ βρίζουν, δὲν σκέπτονται κανένα καλό, ἐξομολόγησι ἢ λόγο Θεοῦ – ὄχι ἐμεῖς νὰ μιλᾶμε, ἑκατὸ κηρύγματα ν ̓ ἀκούσουν, δὲν ἀλλάζουν· ὀργίζονται, θυμώνουν, εἶνε ἕτοιμοι νὰ πιάσουν πέτρες νὰ ῥίξουν καὶ καρφιὰ νὰ καρφώσουν, νὰ σταυρώσουν αὐτὸν ποὺ κηρύττει. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Εὔχομαι, κανείς ἀπὸ σᾶς νὰ μὴν εἶνε τέτοιος...

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ἁμαρτωλοί, ποὺ πέφτουν μὲν στὴν ἁμαρτία, κάνουν τὸ κακό, ἀλλὰ μετὰ μετανοοῦν, συναισθάνονται τὸ κακό, κλαῖνε, τρέχουν στὸν πνευματικό, ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους, ἐξομολογοῦνται τ ̓ ἁμαρτήματά τους, παίρνουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ συγχώρησι, γίνονται πάλι πραγματικοὶ Χριστιανοί. Αὐτοὶ εἶνε οἱ μετανοημένοι ἁμαρτωλοί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς.

Ἁμαρτωλὴ ἦταν ἐκείνη, πολὺ ἁμαρτωλή. Ἕνα κήρυγμα ἄκουσε, μιὰ φορὰ εἶδε τὸ Χριστό, καὶ μετανόησε, ἄλλαξε. Τὸ παράδειγμα τῆς Σαμαρείτιδος ἁγίας Φωτεινῆς, αὐτὸ τὸ ἅγιο παράδειγμα νὰ μιμηθοῦμε κ ̓ ἐμεῖς. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καὶ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ ἰδιῶτες, ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ βυζανιάρικα μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέροντα, ὅλοι εἴμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία.

Ἂς μετανοήσουμε. Πότε νὰ μετανοήσουμε; Τώρα, σήμερα, ὄχι αὔριο. Τώρα ποὺ εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί· δὲν ξέρω ἂν θὰ εἴμαστε αὔριο, δὲν ξέρω ἂν θὰ ζήσουμε. Τώρα ποὺ ἔχουμε τὰ χέρια νὰ κάνουμε τὸν τίμιο σταυρό, τώρα πού ̓χουμε τὰ πόδια νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία, τώρα ποὺ ἔχουμε τὰ μάτια νὰ κλάψουμε. Κλάψαμε γιὰ πολλὰ πράγματα στὸν κόσμο· τὴ μάνα μας, τὸν πατέρα μας, τ ̓ ἀδέρφια μας, τοὺς συγγενεῖς μας· δὲν κλάψαμε τὴν ἁμαρτία ὅπως ἔκλαψε ἡ ἁγία Φωτεινή.

Ἔχουμε χρόνο νὰ κλάψουμε, γλῶσσα νὰ μιλήσουμε στὸν πνευματικό, νὰ ποῦμε τ ̓ ἁμαρτήματά μας ὅπως τὰ εἶπε τὰ δικά της ἡ ἁγία Φωτεινὴ στὸ Χριστό. Ἔχουμε καρδιά; Ὦ καρδιά, καρδιὰ ἁμαρτωλή! Ν ̓ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ παιδί μας, ἀπὸ τὸν πατέρα μας, ἀπὸ τὴ μάνα μας, παραπάνω ἀπ ̓ ὅλα· νὰ δώσουμε τὴν καρδιά μας στὸ Χριστό. Τότε θὰ μοιάσουμε κ ̓ ἐμεῖς μὲ τὴ Σαμαρείτισσα, τὴν ἁγία Φωτεινὴ ποὺ ἑορτάζει σήμερα, καὶ τότε ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς τοῦ ἁγίου θὰ εἶνε μεθ ̓ ἡμῶν· ἀμήν, ἀγαπητοί μου.



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παρασκευῆς Λαιμοῦ - Πρεσπῶν τὴν 1-6-1975, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 17-4-2026. aktines.blogspot.com

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Η Εκκλησία της Κύπρου μπροστά στον Κίνδυνο της Παναίρεσης.

Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος και Οικουμενισμός: Η Εκκλησία της Κύπρου μπροστά στον Κίνδυνο της Παναίρεσης.

~ Δρ. Σέργιος Ντόριτς (Δογματικός Θεόλογος)

Η δημόσια ομολογία οικουμενισμού, η δίωξη των αντιοικουμενιστών και η πορεία προς εκκλησιολογική εκτροπή, πνευματική πλάνη και τον κίνδυνο ενός νέου ουνιτισμού.

Η Εκκλησία της Κύπρου βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας βαθιάς πνευματικής κρίσεως, ίσως της σοβαρότερης των τελευταίων δεκαετιών. Δεν πρόκειται για διοικητικές διαφορές ούτε για προσωπικές αντιπαραθέσεις, αλλά για ζήτημα πίστεως, σωτηρίας και εκκλησιολογίας. Ο κίνδυνος είναι πλέον ορατός: η σταδιακή διολίσθηση στον οικουμενισμό, δηλαδή στην παναίρεση που διαβρώνει τα θεμέλια της Ορθοδοξίας και ανοίγει τον δρόμο προς την ένωση με αιρέσεις και ετερόδοξους χωρίς μετάνοια και επιστροφή στην αλήθεια.

Όταν ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος προβάλλει δημόσια οικουμενιστική γραμμή και εμφανίζεται να θεωρεί την πορεία αυτή ως «πρόοδο», τότε το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό αλλά υπαρξιακό για το σώμα της Εκκλησίας. Όταν παράλληλα διώκονται, πολεμούνται και περιθωριοποιούνται αντιοικουμενιστές αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί, τότε δεν έχουμε απλώς διαφορετικές απόψεις αλλά σύγκρουση δύο εκκλησιολογιών: της Πατερικής Ορθοδοξίας και της νέας θεολογίας του συγκρητισμού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ομολογεί πολλές «αδελφές εκκλησίες», αλλά μία μόνη Εκκλησία: «Εἰς Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν.»

Η αλήθεια δεν είναι μοιρασμένη σε κομμάτια ανάμεσα σε παπικούς, προτεστάντες και Ορθοδόξους ώστε να τη συναρμολογήσουμε με θεολογικές διαπραγματεύσεις. Η Εκκλησία δεν αναζητεί την ταυτότητά της μέσα από διαλόγους με την αίρεση· την έχει ήδη: είναι το Σώμα του Χριστού.

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς δεν άφησε περιθώρια παρερμηνείας: «Ο Οικουμενισμός είναι παναίρεση.»

Όχι απλώς μία ακόμη αίρεση, αλλά η συγκέντρωση όλων των αιρέσεων σε μία νέα εκκλησιολογική πλάνη. Είναι η θεωρία που θέλει να εξισώσει την Ορθοδοξία με την αίρεση, το φως με το σκοτάδι, την αλήθεια με την πλάνη.

Αυτό ακριβώς είναι το φοβερότερο σημείο της σύγχρονης κρίσεως. Δεν ζητείται πλέον από τον πιστό να αρνηθεί ανοιχτά την Ορθοδοξία, αλλά να συνηθίσει στην ιδέα ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Να δεχθεί ότι οι αιρέσεις είναι απλώς «άλλες παραδόσεις». Να θεωρήσει πως η ένωση προηγείται της αλήθειας.

Αυτό όμως δεν είναι Ορθοδοξία. Είναι προδοσία της πίστεως.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είπε ξεκάθαρα: «Τα περί πίστεως ουκ έστι συγκαταβάσεως τόπος.» Στα θέματα πίστεως δεν υπάρχει συμβιβασμός.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αρνήθηκε τη ψευδοένωση της Φλωρεντίας και διακήρυξε ότι οι Λατίνοι δεν είναι απλώς σχισματικοί αλλά και αιρετικοί. Δεν υπέγραψε για να διατηρήσει την εξωτερική ειρήνη, γιατί γνώριζε ότι η ένωση χωρίς αλήθεια είναι πνευματική απάτη.

Σήμερα επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο με νέο προσωπείο. Η γλώσσα είναι πιο ευγενική, οι όροι πιο διπλωματικοί, αλλά η ουσία παραμένει ίδια: αποδοχή της αιρέσεως μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση.

Ο κίνδυνος του ουνιτισμού δεν είναι υπερβολή. Ουνία δεν είναι μόνο η επίσημη υπογραφή ενώσεως με τη Ρώμη. Είναι και η εσωτερική αλλοίωση της ορθόδοξης συνειδήσεως, όταν ο λαός παύει να πιστεύει ότι υπάρχει πραγματική δογματική διαφορά. 

Όταν η αίρεση παύει να θεωρείται αίρεση, τότε η ένωση έχει ήδη αρχίσει μέσα στις ψυχές.

Ακόμη πιο σοβαρό είναι όταν η αντίσταση σε αυτή την πορεία παρουσιάζεται ως «φανατισμός», ενώ η σιωπή βαφτίζεται «αγάπη». Οι Άγιοι όμως δεν σιώπησαν. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προτίμησε εξορία και ακρωτηριασμό παρά κοινωνία με την πλάνη.

Η Εκκλησία σώζεται με ομολογία, όχι με διπλωματία.

Ο ΙΕ΄ Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επαινεί εκείνους που διακόπτουν εκκλησιαστική κοινωνία όταν η αίρεση κηρύσσεται δημοσίως. Δεν τους θεωρεί σχισματικούς αλλά υπερασπιστές της Εκκλησίας.

Αυτό δείχνει ότι η υπακοή δεν είναι τυφλή. Η υπακοή παύει όταν ζητείται σιωπηλή συμμετοχή στην πλάνη.

Η Εκκλησία της Κύπρου δεν χρειάζεται εκσυγχρονισμό μέσω του οικουμενισμού. Χρειάζεται μετάνοια, επιστροφή στους Αγίους Πατέρες και καθαρή ομολογία. Δεν χρειάζεται ένωση με αιρέσεις και θρησκείες, αλλά επιστροφή όλων στην Ορθόδοξη Αλήθεια.

Ο λαός του Θεού οφείλει να παραμείνει άγρυπνος. Διότι η αίρεση δεν έρχεται πάντοτε με βία· πολλές φορές έρχεται με χαμόγελα, συνέδρια, συμπροσευχές και λόγια περί αγάπης.

Όμως χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει αγάπη. Υπάρχει μόνο πλάνη.

Και η πλάνη, όταν ντύνεται με αρχιεπισκοπικό μανδύα, γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη...

~ Του Δρ. Σέργιου Ντόριτς (Δογματικού Θεόλογου)


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Και γιατί λέμε ''καλή Ανάσταση''; Όταν ακούσεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον άδη & περί Αναστάσεως...


Γράφει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: "Όταν ακούσεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον άδη και ελευθέρωσε όλες τις ψυχές που ήταν εκεί, μη νομίζεις ότι αυτό είναι μακριά από όσα γίνονται σήμερα. Να θεωρείς δηλαδή ότι η καρδιά είναι ο τάφος και εκεί είναι θαμμένοι οι λογισμοί και ο νους, μέσα στο βαθύ σκοτάδι.

Έρχεται λοιπόν ο Κύριος στις ψυχές που Τον επικαλούνται από τον άδη, δηλαδή στο βάθος της καρδιάς, και εκεί διατάζει τον θάνατο: "άφησε, του λέει, ελεύθερες τις φυλακισμένες ψυχές, οι οποίες ζητούν εμένα που μπορώ να τις σώσω.

Κατόπιν, αφού σηκώσει τη βαριά πέτρα που σκεπάζει την ψυχή, ανοίγει τον τάφο και ανασταίνει τον πράγματι νεκρό και ελευθερώνει τη φυλακισμένη ψυχή από τη σκοτεινή φυλακή..."


Και μην νομίσεις τώρα πως αυτά που διάβασες είναι ''συμβολικά'' ή είναι τρόπο τινά μεταφορικός ο λόγος... Διότι το λέγει ξεκάθαρα ο Άγιος Συμεών ο Νεός Θεολόγος:

''Αὐτὸς ὁ ἴδιος κατεβαίνει ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, εἰσέρχεται στὸ σῶμα μας σὰν σὲ τάφο, ἑνώνεται μὲ τὶς νεκρωμένες πνευματικὰ ψυχές μας καὶ τὶς ἀνασταίνει. Ἔτσι παρέχει τὴ δυνατότητα σ᾿ ἐκεῖνον, ποὺ συναναστήθηκε μαζί του, νὰ βλέπει τὴ δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως...'' ~ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Δεν πρόκειται λοιπόν περί γεγονότος του παρελθόντος, αλλά για πραγματικότητα και βίωμα και συμβαίνει σήμερα στήν Ορθοδοξία, όπως ακριβώς το λέγει ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ο,τι αυτός είναι ο λόγος της Σαρκώσεως, και Σταυρώσεως, και Αναστάσεως Του Δεσπότη Χριστού.

Το να μας κάνει κοινωνούς της Θεότητας Του, να εισέλθει το Άκτιστο Φως της Θεότητας εντός μας, ώστε βιωματικώς και πλήρης των αισθήσεων, να συναναστηθεί η ψυχή μας μαζί Του.

Και έτσι όπως ακριβώς λέγει ο Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, όταν συμβεί και γίνει ο άνθρωπος κοινωνός του Ακτίστου φωτός, παρέχει ο Δεσπότης Χριστός και οράτε το Φως εντός του, και γίνεται ορατό με τα φυσικά του μάτια, (για να μην έχει καμία αμφιβολία), και βλέπει την θεία έλλαμψη της Θεότητος υπο το φυσικό φως της μέρας, να εξέρχεται απο του σώματος του, και ο ήλιος ευρέθει σκοτεινός κατά τούς Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας. 

Και είναι και αυτό ειπωμένο όπως ολα.

Ο Θεός είναι Φως, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: «Και αυτή εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν απ' αυτού και αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία» (Α΄ Ιω. α΄ 5).


Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το εν λόγο χωρίο γράφει: «Φως λοιπόν είναι ο Θεός και φως αληθινόν, με την λαμπρότητα του όποίου συγκρινόμενος ο ήλιος και όλα τα κτιστά φώτα, ευρίσκονται φώτα ψευδή.»

Για αυτόν το λόγο λέγει πάλι ο θεόπτης Ἅγιος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, αναφορικά στο "ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον, Κύριον, Ιησούν, τον μόνον αναμάρτητον", ότι δεν αναφερόμαστε στην Ανάσταση, Στόν Αναστάντα Χριστό που είδαν τότε, τον καιρό εκείνο οι Μαθητές...

Αλλά σε αυτή που είναι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, "Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..'' την θέωση, διότι όπως υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν στήν Ανάσταση απο ακοής, και διδασκαλία κατηχήσεως, έτσι υπάρχουν και εκείνοι που πίστεψαν στήν Ανάσταση του Χριστού ''απο θέας'', και αυτοί είναι οι κατ εξοχήν μάρτυρες της Αναστάσεως εις στούς αιώνας των αιώνων, Αμήν.

Και για αυτό λέμε ''Καλή Ανάσταση'' και ευχόμαστε, οχι για κάτι που έχει συμβεί, αλλά για αυτό που ευχόμαστε να συμβεί και στίς δικές μας ψυχές, να γίνουμε κοινωνοί της Αναστάσεως του Χριστού απο θέας, να φτάσουμε στόν αγιασμό, στήν θέωση, και τότε μπορούμε να μιλούμε για την απο εδω Σωτηρία, και Ανάσταση των ψυχών μας.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος!

(Αφιερωμένο στόν αγαπημένο μου αδελφό Νικόλαο Θ. που με ρώτησε: ''Και γιατί λέμε καλή Ανάσταση; Δεν το καταλαβαίνω...) ~ Δημήτρης Ρόδης


Ἡ Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ εἰς τόν Ἅδην


Ἡ Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδην
~ Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου

1. Ἐκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό. Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! 

Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε... καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους. Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους.

2. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ: «γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει: «Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι».

Καί καθώς συμβαίνει ὅταν παρουσιασθῆ μιά φοβερή, ἀήτητη καί παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί καί τρόπος καί ταραχή καί ὀδυνηρός φόβος κυριεύει τούς ἐχθρούς τοῦ ἀκαταγώνιστου Στρατηγοῦ, τό ἴδιο ἔγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ὁ Χριστός στά καταχθόνια τοῦ Ἅδη. Ἀπό ἐπάνω μιά δυνατή ἀστραπή ἐτύφλωνε τά πρόσωπα τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων τοῦ Ἅδη καί ταυτόχρονα ἀκούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές πού διέταζαν: «Ἄρατε πύλας, ὄχι ἀνοίξετε, ἀλλά ξερριζῶστε τις ἀπό τά θεμέλια, βγάλτε τις τελείως ἀπό τόν τόπο τους, ὥστε νά μή μποροῦν πιά νά ξανακλείσουν. Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, ὄχι γιατί δέν μπορεῖ νά τίς ἀνοίξη ὁ Κύριός μας, πού ὅταν θέλη, διατάζει καί μπαίνει μέ κλεισμένες τίς πόρτες, ἀλλά σᾶς διατάζει, σάν δραπέτες δούλους, νά σηκώσετε καί νά μεταφέρετε αὐτές τίς προαιώνιες πύλες. Γιά τοῦτο καί δέν διατάζει τούς ὄχλους σας, ἀλλά σᾶς πού παρουσιάζεσθε σάν ἀρχηγοί τους: ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν» (Ψαλμ. κγ´ 7-10).

Ἀπό τώρα καί ἔπειτα δέν θά εἶσθε πιά ἄρχοντες κανενός, παρ᾿ ὅλο πού κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στούς μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Οὔτε αὐτῶν θά εἶσθε πλέον ἄρχοντες, οὔτε ἄλλων, οὔτε τῶν ἑαυτῶν σας ἀκόμη. Ἄρατε πύλας, γιατί ἦρθε ὁ Χριστός, ἡ οὐράνια θύρα. Ἀνοίξετε δρόμο σ᾿ Αὐτόν πού ἔβαλε τό πόδι Του στή φυλακή τοῦ Ἅδη. Τό ὄνομά του εἶναι Κύριος καί ὁ Κύριος ἔχει τό δικαίωμα καί τή δύναμι νά περάση τίς πύλες τοῦ θανάτου. Γιατί τή μέν εἴσοδο τοῦ θανάτου τή φτιάξατε σεῖς, Αὐτός δέ ἦρθε γιά νά ἐπιτύχη τό πέρασμά της. Γι᾿ αὐτό ἀνοίξετε γρήγορα καί μήν ἀργοπορῆτε. Ἀνοίξετε καί κάνετε γρήγορα. Ἀνοίξετε καί μήν ἀναβάλλετε. Ἄν νομίζετε πῶς θά σᾶς περιμένουμε, κάνετε λάθος. Θά διατάξουμε τίς ἴδιες τίς πύλες νά ἀνοίξουν αὐτομάτως καί χωρίς νά βάλουμε χέρι: Ἀνοῖξτε πύλες αἰώνιες!

3. Καί μόλις οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἐβόησαν, τήν ἴδια στιγμή ἄνοιξαν οἱ πύλες! Τήν ἴδια στιγμή ἔσπασαν οἱ ἁλυσίδες καί οἱ μοχλοί. Ἔπεσαν τά κλειδιά καί συγκλονίσθηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Οἱ ἐχθρικές δυνάμεις ἐτράπησαν σέ ἄτακτη φυγή, ὁ ἕνας ἔσπρωχνε τόν ἄλλο, ἄλλος μπερδευόταν στά πόδια τοῦ ἄλλου καί καθένας φώναζε στό διπλανό του νά φεύγη γρήγορα. Ἔφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τά ἔχασαν, ἐταράχθηκαν, ἄλλαξε τό χρῶμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν καί ἀπόρησαν, ἀπόρησαν καί τρόμαξαν. Ὁ ἕνας ἔμεινε μέ ἀνοιχτό στόμα. Ἄλλος ἔκρυψε τό πρόσωπο μέσα στά γόνατά του. Ἄλλος ἔπεσε κάτω, παγωμένος ἀπό τό φόβο. Ἄλλος στάθηκε ἀκίνητος, σάν νεκρός. Ἄλλος κυριεύθηκε ἀπό δέος καί ἄλλος ἔτρεξε νά σωθῆ σέ βαθύτερο μέρος.

4. Τήν ὥρα αὐτή ὁ Χριστός ἀπεκεφάλισε τούς σαστισμένους τυράννους. Τότε χαλάρωσαν τά χαλινάρια τους καί ρωτοῦσαν: «Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Ποιός εἶναι αὐτός πού ἦρθε ἐδῶ, κάνοντας τόσα παράδοξα πράγματα; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού κατορθώνει τώρα στόν Ἅδη, αὐτά πού δέν ἔγιναν ποτέ; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης, πού βγάζει ἀπό ἐδῶ τούς προαιώνιους φυλακισμένους; Ποιός εἶναι αὐτός πού διέλυσε καί κατέλυσε τό ἀήτητο κράτος καί τό θράσος μας; »

Σ᾿ αὐτούς ἀπαντοῦσαν οἱ δυνάμεις τοῦ Κυρίου καί τούς ἔλεγαν: «Θέλετε νά μάθετε ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης; Εἶναι ὁ Κύριος, ὁ κραταιός καί δυνατός, ὁ Κύριος, ὁ δυνατός καί πανίσχυρος στόν πόλεμο. Εἶναι ἐκεῖνος, ἐλεεινοί καί παράνομοι τύραννοι, πού σᾶς ἐξόρισε καί σᾶς ἔρριξε κάτω ἀπό τίς οὐράνιες ἀψίδες. Εἶναι αὐτός πού συνέτριψε μέσα στά νερά τοῦ Ἰορδάνη τίς κεφαλές τῶν δρακόντων σας. Εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπάνω στό Σταυρό του σᾶς ἔκανε θέατρο, σᾶς διεπόμπευσε καί σᾶς ἀφαίρεσε κάθε δύναμι. Εἶναι αὐτός πού σᾶς ἔδεσε καί σᾶς ἔρριξε στό ζόφο καί στήν ἄβυσσο. Αὐτός εἶναι πού θά σᾶς ἐξοντώση τελειωτικά μέσα στήν αἰώνια φωτιά καί τή γέεννα. Μήν ἀργῆτε, μήν περιμένετε, ἀλλά τρέξετε γρήγορα καί βγάλετε τούς φυλακισμένους, τούς ὁποίους μέχρι τώρα κακῶς ἔχετε καταπιῆ. Ἀπό ἐδῶ κι᾿ ἐμπρός καταλύεται τό κράτος σας. Καταργεῖται ἡ τυραννική ἐξουσία σας. Ἡ ἀλαζονεία σας καταπατήθηκε οἰκτρά. Ἡ ὑπερήφανη καύχησί σας ξεκουρελιάσθηκε. ἡ δύναμί σας ἔσβησε καί χάθηκε γιά πάντα»

5. Αὐτά φώναζαν οἱ νικήτριες δυνάμεις τοῦ Κυρίου στίς δυνάμεις τοῦ Ἐχθροῦ καί συγχρόνως ἐνεργοῦσαν μέ βιασύνη. Ἄλλοι γκρέμιζαν τήν φυλακή ἀπό τά θεμέλια της. Ἄλλοι καταδίωκαν τούς ἐχθρούς πού ἔφευγαν γιά νά σωθοῦν στά βαθύτερα μέρη. Ἄλλοι ἔτρεχαν καί ἐρευνοῦσαν τά ὑπόγεια, τά φρούρια καί τά σπήλαια. Καί ὅλοι, ἀπό διάφορες κατευθύνσεις καθένας, ἔφερναν τούς δεσμῶτες ἐμπρός στόν Κύριο. Ἄλλοι ἔδεναν τόν τύραννο, ἐνῶ ἄλλοι ἀπελευθέρωναν τούς προαιώνιους δεσμῶτες. Καί ἄλλοι μέν ἔτρεχαν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, καθώς προχωροῦσε βαθύτερα. Ἄλλοι δέ τόν ἀκουλουθοῦσαν νικηφόροι, ὡς Θεόν καί Βασιλέα.

6. Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ὁ ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!

7. Καί τήν ὥρα πού ὁ Ἀδάμ ἔλεγε αὐτά πρός τούς συγκαταδίκους του, εἰσέρχεται ὁ Κύριος, κρατῶντας τό νικηφόρο ὅπλο τοῦ Σταυροῦ. Μόλις τόν ἀντίκρυσε ὁ Ἀδάμ, χτύπησε τό στῆθος ἀπό τήν χαρούμενη ἔκπληξι καί φώναξε πρός ὅλους τούς ἐπί αίῶνες κεκοιμημένους: «ὁ Κύριός μου ἄς εἶναι μαζί μέ ὅλους»! Καί ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν Ἀδάμ: «Καί μετά τοῦ πνεύματός σου».

Ὕστερα τόν πιάνει ἀπό τό χέρι, τόν σηκώνει ἐπάνω καί τοῦ λέει: «Σήκω σύ πού κοιμᾶσαι καί ἀνάστα ἀπό τούς νεκρούς, γιατί σέ καταφωτίζει ὁ Χριστός! (Ἐφεσ. 5, 14). Ἐγώ ὁ Θεός, πού γιά χάρι σου ἔγινα υἱός σου, ἔχοντας δικούς μου πλέον καί σένα καί τούς ἀπογόνους σου, μέ τήν θεϊκή ἐξουσία μου δίνω ἐλευθερία καί λέω στούς φυλακισμένους: ἐξέλθετε. Σ᾿ αὐτούς πού κείτονται στό σκοτάδι: ξεσκεπασθῆτε. Καί σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι πεσμένοι κάτω: σηκωθῆτε!


Σένα, Ἀδάμ, σέ προστάζω: σήκω ἀπό τόν αἰώνιο ὕπνο σου. Δέν σέ ἔπλασα, γιά νά μένης φυλακισμένος τόν Ἅδη. Ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, γιατί ἐγώ εἶμαι ἡ ζωή τῶν θνητῶν. Σήκω ἐπάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω ἐπάνω σύ πού εἶσαι ἡ μορφή μου, πού σέ δημιούργησα κατ᾿ εἰκόνα μου. Σήκω νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Γιατί σύ εἶσαι μέσα σέ μένα καί ἐγώ μέσα σέ σένα! Γιά σένα ὁ Κύριος ἔλαβε τή δική σου μορφή τοῦ δούλου. Γιά δική σου χάρι, ἐγώ πού βρίσκομαι ψηλότερα ἀπό τούς οὐρανούς, κατέβηκα στή γῆ καί πιό κάτω ἀπό τή γῆ. Γιά σένα τόν ἄνθρωπο ἔγινα σάν ἕνας ἀνυπεράσπιστος ἄνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι᾿ ἐγώ ἀπό τή ζωή, ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς ἄλλους νεκρούς (Ψαλμ. 87, 5). Γιά σένα πού βγῆκες μέσα ἀπό τόν κῆπο τοῦ παραδείσου, μέσα σέ κῆπο παραδόθηκα στούς Ἰουδαίους καί μέσα σέ κῆπο ἐσταυρώθηκα (Ἰωάν. 19, 41).

Κύτταξε στό πρόσωπό μου τά φτυσίματα, πού καταδέχθηκα πρός χάριν σου, γιά νά σέ ἀποκαταστήσω στήν παλαιά σου δόξα, πού εἶχα δώσει μέ τό ἐμφύσημά μου (Γεν. 2, 7). Κύτταξε στά μάγουλά μου τά ραπίσματα, πού καταδέχθηκα, γιά νά ἐπανορθώσω τήν διεστραμμένη μορφή σου καί νά τήν φέρω στήν ὄψι πού εἶχε σάν εἰκόνα μου. Κύτταξε στή ράχη μου τή μαστίγωσι πού καταδέχθηκα, γιά νά διασκορπίσω τό φορτίο τῶν ἁμαρτημάτων σου. Κύτταξε τά καρφωμένα χέρια μου, πού τά ἅπλωσα καλῶς ἀπάνω στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιά νά συχωρεθῆς σύ πού ἅπλωσες κακῶς τό χέρι σου στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τά πόδια μου πού καρφώθηκαν καί τρυπήθηκαν στό Σταυρό, γιά νά ἐξαγνισθοῦν τά δικά σου πόδια πού ἔτρεξαν κακῶς στό δένδρο τῆς ἁμαρτίας.

Τήν ἕκτη ἡμέρα βγῆκε εἰς βάρος σου τότε ἡ καταδικαστική ἀπόφασις. Γι᾿ αὐτό πάλι τήν ἕκτη ἡμέρα σέ ἀναπλάττω καί ἀνοίγω τόν παράδεισο. Πρός χάριν σου γεύθηκα τήν χολή, γιά νά σοῦ θεραπεύσω τήν πικρή ἡδονή πού γεύθηκες ἀπό ἐκεῖνον τόν γλυκό καρπό. Γεύθηκα τό ξύδι, γιά νά βγάλω ἀπό τή ζωή σου τό δριμύ καί ἔξω ἀπό τή φύσι σου ποτῆρι τοῦ θανάτου. Δέχθηκα τόν σπόγγο, γιά νά σβήσω τό κατάστιχο τῶν ἁμαρτιῶν σου. Δέχθηκα τό καλάμι, γιά νά ὑπογράψω τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὕπνωσα στόν Σταυρό καί τρυπήθηκα στήν πλευρά μου, γιά σένα πού ὕπνωσα στόν παράδεισο καί ἔβγαλα ἀπό τήν πλευρά σου τήν Εὔα. Ἡ πληγωμένη πλευρά μου ἐθεράπευσε τόν πόνο τῆς πλευρᾶς σου. Ὁ δικός μου ὕπνος θά σέ βγάλη ἀπό τόν ὕπνο σου μέσα στόν Ἅδη. Ἡ ρομφαία πού χτύπησε ἐμένα, σταμάτησε τή ρομφαία πού στρεφόταν ἐναντίον σου (Γεν. 3, 24).

Σήκω, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Τότε σέ ἐξώρισα ἀπό τόν γήϊνο παράδεισο. Τώρα σέ ἀποκαθιστῶ, ὄχι πλέον σ᾿ ἐκεῖνον τόν παράδεισο, ἀλλά σέ οὐράνιο θρόνο. Τότε σ᾿ ἐμπόδισα νά φᾶς ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς (Γεν. 3, 22). Νά ὅμως τώρα πού ἑνώθηκα πλήρως μέ σένα, ἐγώ πού εἶμαι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ἔταξα τά Χερουβίμ νά σέ φρουροῦν σάν δοῦλο. Τώρα ὁδηγῶ τά Σεραφίμ νά σέ προσκυνήσουν σά Θεό. Κρύφθηκες τότε μπροστά στόν Θεό, ἐπειδή ἤσουν γυμνός. Νά ὅμως πού ἀξιώθηκες νά κρύψης μέσα σου γυμνό τόν ἴδιο τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό σηκωθῆτε, ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Ἀπό τήν φθορά στήν ἀφθαρσία. Ἀπό τό σκοτάδι στό αἰώνιο φῶς. Ἀπό τήν ὀδύνη στήν ἐλευθερία. Ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἅδη στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἀπό τά δεσμά στήν ἄνεσι. Ἀπό τή σκλαβιά στήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

8. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀνέστη: γιά νά γίνη Κύριος καί νεκρῶν καί ζώντων (Ρωμ. 14, 9). Σηκωθῆτε, λοιπόν. Ἄς φύγουμε ἀπό ἐδῶ. Ὁ οὐράνιος Πατέρας περιμένει μέ λαχτάρα τό χαμένο πρόβατο. Τά ἐνενῆντα ἐννέα πρόβατα τῶν ἀγγέλων (Ματθ. 18, 12) περιμένουν τόν σύνδουλό τους Ἀδάμ, πότε θά ἀναστηθῆ, πότε θά ἀνέλθη καί θά ἐπανέλθη πρός τόν Θεό. Ὁ χερουβικός θρόνος εἶναι ἕτοιμος. Αὐτοί πού θά σᾶς ἀνεβάσουν εἶναι γρήγοροι καί βιάζονται. Ὁ νυμφικός θάλαμος ἔχει προετοιμασθῆ. Τό μεγάλο ἑορταστικό δεῖπνο εἶναι στρωμένο (Ἀποκ. 19, 9, Λουκ. 14, 16). Τά θησαυροφυλάκια τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἄνοιξαν. Ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔχει ἑτοιμασθῆ «ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25, 34). Ἀγαθά πού μάτια δέν τά εἶδαν καί αὐτιά δέν τά ἄκουσαν περιμένουν τόν ἄνθρωπο (Α´ Κορ 2, 9).

Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια εἶπεν ὁ Κύριος. Καί ἀμέσως ἀνασταίνεται μαζί Του ὁ ἑνωμένος σ᾿ αὐτόν Ἀδάμ καί μαζί τους καί ἡ Εὔα. Ἀκόμη δέ καί «πολλά σώματα δικαίων, πού εἶχαν πεθάνει πρίν ἀπό αἰῶνες, ἀναστήθηκαν» (Ματθ. 27, 52), διακηρύσσοντας τήν τριήμερο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν ἄς τήν ὑποδεχθοῦμε καί ἄς τήν ἀγκαλιάσουμε οἱ πιστοί μέ πολλή χαρά, χορεύοντες μέ τούς ἀγγέλους καί ἑορτάζοντες μέ τούς ἀρχαγγέλους καί δοξάζοντες τόν Χριστό, πού μᾶς ἀνέστησε ἀπό τήν φθορά. Εἰς Αὐτόν ἁρμόζει ἡ δόξα καί ἡ δύναμις, μαζί μέ τόν ἀθάνατο Πατέρα καί τό πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό καί ὁμοούσιο Πνεῦμα, εἰς ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Σχόλιο Π. κοινωνίας: Mεγάλος Άγιος αυτός ο Επιφάνιος Κύπρου... 


Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Φοβερό κακό ἡ ἀμέλεια, σπουδαία ἡ Μετάνοια! ~ Ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 

Φοβερό κακό ἡ ἀμέλεια, σπουδαία ἡ μετάνοια.

«Δεινὸν ἡ ῥαθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.)

Θὰ σᾶς κάνω, ἀγαπητοί μου, μία διευκρίνισι. Αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, τὰ «γράμματα» ὅπως λέει ὁ λαός, δὲν εἶνε τῆς Μεγάλης Τρίτης· εἶνε τῆς Μεγάλης Τετάρτης.

Τὸ φοβερὸ γεγονὸς τῆς Μεγάλης Τετάρτης εἶνε ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀποδίδει τόση σημασία, ὥστε γι ̓ αὐτὸ κάθε Τετάρτη ἔχει θεσπίσει καὶ νηστεία. Εἶνε σὰν νὰ λέῃ στοὺς Χριστιανούς· Προσέξτε μὴν προδώσετε κ ̓ ἐσεῖς τὸ Χριστό. Ὅπως ἐπίσης τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ μᾶς δείχνει τοὺς Ἑβραίους καὶ μᾶς λέει· Προσέξτε μὴ σταυρώσετε κ ̓ ἐσεῖς τὸ Χριστό.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ἀπόψε τὴ μορφὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Δύο εἰκόνες λοιπόν, μία μαύρη, μία ἄσπρη· ἡ μία εἶνε ἥλιος, ἡ ἄλλη εἶνε σκοτάδι. Ἂς δοῦμε πολὺ σύντομα αὐτὲς τὶς δύο εἰκόνες.

Ἡ πρώτη εἰκόνα, ὁ Ἰούδας. Ὄνομα φρικτό. Σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, ὅποιο λεξικὸ καὶ ἂν ἀνοίξετε, θὰ δῆτε ὅτι Ἰούδας εἶνε συνώνυμο τοῦ κλέφτη, τοῦ προδότη. Ἦταν ἆραγε ὁ Ἰούδας τέτοιος ἐξ ἀρχῆς; Ὄχι, δὲν γεννήθηκε προδότης· ἔγινε. Πῶς ἔγινε;

Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἰούδας, ἐνῷ ὅλοι σχεδὸν οἱ μαθηταὶ ἦταν ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, αὐτὸς ἦταν χωρικός, καλλιεργοῦσε ἕνα χωράφι σὲ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Ἰουδαίας. Ζοῦσε ἥσυχη οἰκογενειακὴ ζωὴ μέχρι ποὺ πέρασε ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ξεσηκώνει τὶς ψυχές. Πρώτη φορὰ ἄκουγε τέτοια λόγια ὁ Ἰούδας. Εἶδε πράγματα μεγάλα, πίστεψε καὶ ἑλκύστηκε· ἐγκατέλειψε γυναῖκα καὶ παιδιά, πατέρα, μητέρα, φίλους, καὶ ἀκολούθησε τὸ Χριστό.

Καὶ ὁ Χριστὸς ἀγαποῦσε τὸν Ἰούδα, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους. Καμμία διάκρισι δὲν ἔκανε. Ποτέ δὲν τοῦ μίλησε σκληρά. Τὸν τίμησε μάλιστα μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐμπιστευθῇ τὸ ταμεῖο τῆς συνοδείας. Ἦταν τρόπον τινὰ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, κρατοῦσε τὰ κλειδιά. Αὐτὸς εἶχε τὰ χρήματα ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ εἶπε ποτὲ κακὸ λόγο· ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ δεχόταν τὸ φίλημα τῆς προδοσίας, εἶπε· Φίλε, «μὲ φίλημα παραδίδεις τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Λουκ. 22,48).

Δὲν εἶχε λοιπὸν κανένα παράπονο ὁ Ἰούδας, δὲν τὸν ἔθιξε ποτὲ ὁ Χριστός. Πῶς ἔγινε προδότης; Μυστήριο, ἀδελφοί μου· μυστήριο, ποὺ μάταια ζητοῦσε νὰ ἐρευνήσῃ ἡ ψυχολογία. Δύο ἀπόψεις ὑπάρχουν γι ̓ αὐτό.

Ἡ μία εἶνε, ὅτι ὁ Ἰούδας κλονίστηκε ἀπέναντι στὸ Χριστό. Εἶχε μία ἐσφαλμένη ἰδέα. Θὰ ξέρετε, ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἡ Ἰουδαία ἦταν ὑποδουλωμένη στοὺς ̔Ρωμαίους. Καὶ ὅπως οἱ σκλάβοι λαχταροῦν πότε νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἔτσι κι αὐτός. Εἶχε πιστέψει, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ γίνῃ ὁ ἐλευθερωτὴς ποὺ θὰ συντρίψῃ τοὺς κατακτητὰς καὶ θ ̓ ἀναστήσῃ τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβλεπε στὸ Χριστὸ μία πολιτική, ὄχι θρησκευτικὴ ἀποστολή. Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶνε ὁ λυτρωτὴς τῶν ψυχῶν, ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, εἶνε λυτρωτὴς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη, ὄχι ἀπὸ ἐθνικὲς καὶ πολιτικὲς καταστάσεις. 

Ἐνῷ λοιπὸν ἀνέβαιναν στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ αὐτὸς φανταζόταν ὅτι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ ὄνειρα αὐτά, ξαφνικὰ τί τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς· –Ἐγὼ θὰ σταυρωθῶ. –Θὰ σταυρωθῇς; ὤ, ἐγὼ σὲ περίμενα ἔνδοξο βασιλιᾶ, ἀνώτερο τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολομῶντος, κ ̓ ἐσὺ μᾶς λὲς θὰ σταυρωθῇς; Βασιλιᾶς καὶ σταυρὸς συμφωνοῦν; τί πράγματα εἶν ̓ αὐτά;… Αὐτά, λένε, ἦταν τὸ ῥῆγμα, ποὺ συνέβη μέσα του, γιατὶ διαψεύδονταν οἱ ἀπατηλὲς ἐλπίδες ποὺ εἶχε στηρίξει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἄλλη ἄποψις, κατὰ τὴν ἐξήγησι τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε, ὅτι ὁ Ἰούδας εἶχε μέσα του ἕνα κρυμμένο πάθος, κάποια ἀχίλλειο πτέρνα, μιὰ ἀδυναμία· εἶχε φιλαργυρία. Μάταια ὁ Χριστὸς προ- σπάθησε νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων εἶνε μεγάλος πειρασμός. Καὶ οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ ὁ τρίτος ποὺ θὰ ἔρθῃ, αἰτία ἔχουν τὸν ἔρωτα τῶν χρημάτων, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Πρέπει ὅλοι νὰ ῥίξουμε μιὰ ματιὰ μέσα μας καὶ νὰ φοβηθοῦμε τὸν πειρασμὸ αὐτόν. 

Βαθὺ τὸ μυστήριο τοῦ Ἰούδα· πῶς αὐτός, ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐγκατέλειψε τὰ πάντα, πιάστηκε κατόπιν στὰ φοβερὰ δίχτυα τῆς φιλαργυρίας, ἀγάπησε τὰ χρήματα; καὶ ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ Χριστὸ καὶ ἔβαλε τὸν χρυσό; Αὐτὸ ἦταν ποὺ τὸν ὤθησε στὴν προδοσία· ἔκλεισε συμφωνία μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔγινε προδότης τοῦ Χριστοῦ. Τί ἄβυσσος διαφθορᾶς καὶ κακίας!

Μερικοὶ ψευτοθεολόγοι τῆς Δύσεως, ἰδίως Γερμανοί, προτείνουν μὲ τὸν πάπα νὰ σβήσουμε ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι ἐπικρίσεις λέγονται γιὰ τὸν Ἰούδα καὶ τὴν Ἰουδαϊκὴ φυλή. Ἄλλοι πάλι, φανατικοί, λένε, ὅτι πρέπει νὰ δοῦμε τὸν Ἰούδα ὡς πολιτικὸ πρόσωπο ποὺ ζητοῦσε τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας του. Καὶ ἄλλοι ἀκόμα, σ ̓ ἕνα μέρος τῆς Ρωσίας πρὸ ἐτῶν τὸν θεώρησαν μεγάλο ἐθνικὸ ἥρωα καὶ τοῦ ἔστησαν καὶ ἄγαλμα.

Ἀλλ ̓ ὄχι. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας ἀντιλήφθηκε τὸ χάος, τὴν ἄβυσσο ποὺ κατρακύλησε, καὶ εἶπε· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (Ματθ. 27,4).

Ὁ Χριστός, ποὺ δὲν εἶπε λέξι ἐναντίον του, σὲ κάποια στιγμή, γιὰ νὰ τὸν φέρῃ σὲ συναίσθησι, εἶπε ἕνα μεγάλο λόγο (τὸν ὁποῖο ἐπανέλαβε κατὰ κάποιο τρόπο ὁ λόρδος Βύρων). Ὁ Ἰούδας ἀπέτυχε στὴ ζωή του. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Καλύτερα γι ̓ αὐτὸν ἦταν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ» στὸν κόσμο (Ματθ. 26,24). Καὶ ἡ κρίσις αὐτὴ εἶνε ἡ δικαία κρίσις γιὰ τὸν Ἰούδα.

Πῶς τὸ ἔπαθε; Δὲν πρόσεξε τὸν ἑαυτό του στὰ πρῶτα κινήματα τῆς φιλαργυρίας. Τὸν πολέμησε ὁ σατανᾶς ὅπως προσπάθησε ν ̓ ἀνατρέψῃ καὶ τὸ Χριστὸ μὲ τοὺς πειρασμούς. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. 4,10). Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πῇ κι ὁ Ἰούδας. Αὐτὸ πρέπει νὰ λέμε ὅλοι μας. Γιατὶ ὅλοι ἔχουμε πειρασμούς. Καὶ ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις, τόσο καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶνε μεγαλύτεροι. Πρέπει νὰ πολεμᾷς, νὰ βιάζῃς τὸν ἑαυτό σου.

Ἔπεσε ὁ Ἰούδας· αὐτὴ εἶνε ἡ μαύρη εἰκόνα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ λευκή, ἡ φωτεινή. Γι ̓ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀπόψε, ἐνῷ πάνω στὴν ἀγχόνη τοῦ Ἰούδα γράφει «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία», στὴν ἄλλη πλευρὰ γράφει· «Μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.). Ἡ ἄλλη μορφή, ἡ ἄλλη εἰκόνα, εἶνε ἡ μετανοημένη ἁμαρτωλὴ γυναίκα. Ποιά εἶνε αὐτή; Δὲν εἶνε οὔτε ἡ Κασσιανὴ ποὺ ἔγραψε τὸ τροπάριο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…» ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, οὔτε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ποὺ λένε κάποιοι, οὔτε ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου. Ἀλλὰ ποιά εἶνε; 

Σᾶς βάζω κανόνα, γιατὶ ξέρω ὅτι δὲν διαβάζετε. Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀνοῖξτε τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο στὸ 7ο κεφάλαιο, στίχους 36-50· ἐκεῖ περιγράφει τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα. Ἦταν γυναίκα κοινή, μιὰ πόρνη· δὲν τὸ λέω ἐγώ, ἔτσι τὴ λένε ἀπόψε οἱ ὕμνοι ποὺ ἀκοῦμε. Νὰ τὴν κατηγορήσουμε; Ὄχι. Δὲν τὴν κατηγόρησε ὁ Χριστός, τί εἶμαι ἐγὼ νὰ τὴν κατηγορήσω; Ὄχι, εἶνε ἀξιολύπητο πρόσωπο. Φταίει ἡ ἄτιμη κοινωνία. Ἀλλ ̓ ὅπως ἐπάνω στὴν κοπριὰ τῆς κοινωνίας φυτρώνουν λουλούδια, ἔτσι φύτρωσε καὶ αὐτή.

Ἁμαρτωλὴ ἦταν, ἀλλὰ μέσα της ὑπῆρχε κάτι πολύτιμο. Μυστήριο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Μυστήριο ὁ Ἰούδας, μυστήριο καὶ ἡ πόρνη. Διότι μέσ ̓ στὴν καρδιὰ τῆς πόρνης ὑπῆρχε σπίθα. Ὡς ἱεροκήρυκας βρέθηκα στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου καὶ ὁ τσοπᾶνος μοῦ λέει· –Θ ̓ ἀνάψω φωτιά. –Σπίρτα δὲν ἔχουμε, λέω. Ἐκεῖνος σκάλισε τὴ στάχτη, βρῆκε μιὰ σπίθα καὶ ἄναψε φωτιά. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός· μέσα στὴ στάχτη τῆς ψυχῆς της βρῆκε τὴ σπίθα καὶ ἄναψε τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, μιὰ ἀπέραντη ἀγάπη. 

Καὶ βλέπεις αὐτὴ τὴ γυναῖκα νὰ πλησιάζῃ τὸ Χριστό, νὰ κλαίῃ γοερά, νὰ πλένῃ τὰ πόδια του μὲ δάκρυα καὶ μύρα, νὰ λύνῃ τὰ μαλλιά της, νὰ τὰ κάνῃ πετσέττα καὶ νὰ σκουπίζῃ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὴ εἶνε ἡ σκηνὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Καὶ ὁ Χριστὸς τὴ συγχώρησε. Μὴν τὴν ἐνοχλεῖτε, λέει. Τὴν δέχτηκε· ἔγινε ὑπερασπιστής της, ὁ μεγάλος προστάτης, ὁ πατέρας της, ὁ ἀδελφός της, καὶ λέει· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ»(Λουκ. 7, 47).

Ταῦτα, ἀγαπητοί μου. Δύο τά διδάγματα.

Ἀπὸ τὸν Ἰούδα· «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία». Εἶνε κανεὶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται δίκαιος, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἅγιο; Ὅσο κι ἂν προοδεύσῃς στὴν ἀρετή, καὶ ἂν ἀκόμα γίνῃς Πέτρος, Παῦλος, ἄγγελος, νὰ φοβᾶσαι ὅτι μπορεῖ νὰ πέσῃς. Καὶ ἂν πέσῃς ὅμως, μὴ μείνῃς στὴν πτῶσι, φρόντισε, ἀγωνίσου νὰ σωθῇς.

Καὶ τὸ δίδαγμα ἀπὸ τὴ μετανοημένη ἁμαρτωλή· «Μεγάλη ἡ μετάνοια». Ὅσο κι ἂν ἁμάρτησες, μὴν ἀπελπιστῇς. Καὶ ἂν τ ̓ ἁμαρτήματά σου εἶνε ἕνας Ὄλυμπος ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα, ῥῖξ ̓ τα στὴ θάλασσα. Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀπέραντος ὠκεανὸς τοῦ ἐλέους. Θὰ σβήσουν. Μὴν ἀπελπίζεσαι.

Εὔχομαι, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, ἐὰν θέλετε νὰ ἑορτάσουμε Πάσχα χριστιανικό, ὄχι εἰδωλολατρικό, νὰ μετανοήσουμε ὅλοι κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς μετανοημένης ἁμαρτωλῆς.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Όταν σε κατηγορεί όλη η πόλης...


"...Σε κατηγορεί όλη η πόλης, αλλά δεν σε κατηγορεί ο Χριστός μας και η συνείδηση σου. Γνώριζε, ότι είσαι ανώτερος του Βασιλέως.

Σε επευφημεί όλη η πόλης, αλλά δεν σε επευφημεί ο Χριστός μας κι η συνείδηση σου. Γνώριζε ότι είσαι πιο ασήμαντος και από μια αράχνη..." (...)

~ Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
_________________________________


Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ὁ μνημονεύων τόν πάπα, γίνεται παπικός ~ Αγίου Μάρκου του Ευγενικού

Ὁ μνημονεύων τόν πάπα, γίνεται παπικός.


ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΝ ΕΡΓΩΝ

Τοῦ κ. Nicoló Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος, Scienze dell’ Antichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μελέτης μας ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ κατὰ τῆς ψευδο-συνόδου τῆς Φλωρεντίας, εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξετάσωμε ἐπιμελῶς τὸ χειρόγραφο ὑπ’ ἀριθμὸν 256 τῆς ἐν Μονάχῳ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βαυαρίας. Ὁ κῶδιξ αὐτὸς ἀντεγράφη γύρω στὸ 1445 ἀπὸ τέσσερις γραφεῖς εὑρισκομένους πολὺ κοντὰ στὸν Ἅγιο Μᾶρκο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ τότε διάκονος καὶ ἱερομνήμων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Θεόδωρος Ἀγαλλιανός (ὁ μετέπειτα ἐπίσκοπος Μηδείας Θεοφάνης) [1], καὶ παραδίδει ἔργα ἐξαιρετικῶς πολύτιμα, ὅπως ἐπιστολὰς τοῦ ἁγίου Μάρκου πρὸς τοὺς φίλους του, προτρέποντάς τους νὰ μὴ μνημονεύουν ὅσους ἀποδέχθηκαν τὴν ἕνωσι μετὰ τῶν Λατίνων, ἢ τὸ πρωτότυπο τοῦ Ἀντιρρητικοῦ κατὰ τοῦ ὅρου τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας, γραμμένο ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἁγίου Μάρκου, Ἰωάννη Εὐγενικό.


Μεταξὺ τῶν ἐλασσόνων κειμένων ποὺ συν­οδεύουν αὐτὴν τὴν πολυτιμότατη συλλογή, συναντήσαμε αὐτὴν τὴν σύντομη προτροπὴ σχετικὰ μὲ τὶς σοβαρὲς πνευματικὲς συνέπειες τῆς λειτουργικῆς μνημόνευσης τοῦ πάπα. Πραγματικὰ οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ψευδοενώσεως διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ ἐπρόκειτο μόνον γιὰ τὸ λειτουργικὸ μνημόσυνο τοῦ πάπα, χωρὶς νὰ ἀλλάξῃ κανένα ἐκ τῶν δογμάτων ἢ τῶν ἐθίμων τῆς Ἐκκλησίας (βλ. τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Συροπούλου, κεφ. ιβ΄, 13, γιὰ παρόμοιο λόγο τοῦ οὐνίτη «πατριάρχη» Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνους Β΄). 

Ἀλλὰ ἡ κοινωνία καὶ ἐπίσης τὸ ἁπλὸ μνημόσυνο ὅσων ἔχουν διαφορετικὸ δόγμα, ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνη της ἀλλοίωσι τοῦ δόγματος καὶ πλήρη συμμετοχὴ στην αἵρεσι, διδάσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις. Τὸ κείμενο αὐτό, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ μία σπουδαία μαρτυρία γιὰ τὸ εἶδος τῶν ψυχωφελῶν κειμένων ποὺ κυκλοφοροῦσαν τότε μεταξὺ τῶν διωκομένων Ὀρθοδόξων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλῆ τρόμο σὲ κάθε οὐνίτη ποὺ τὸ ἀναγινώσκει, ἀναλογιζόμενος τὴν βαρύτητα τῶν πράξεών του. 

Καὶ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ἐπίσης καὶ ὁ νῦν Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ἅπαξ ἐτόλμησε νὰ μνημονεύσῃ τὸν σχισματοαιρετικὸ πάπα κατὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὸ Φανάρι, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐπισκέψεών του!

Ὁ ἀναγινώσκων νοείτω, ὡς φοβερά ὄντα καί ταῦτα

[φ. 230β] Ἐὰν ὅλως μνημονεύσῃς πάπαν τὸν ἀζυμίτην, τὸ ἔνζυμόν σου, ὃ κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀναίμακτον θυσίαν προσέφερες, οὐκ ἔτι τὸ σὸν ἔνζυμον εἶναι δύναται ἔνζυμον, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄζυμον τοῦ παρὰ τοῦ μνημονευομένου, καὶ αὐτὸ ἄζυμον λογισθήσετο· ὅπερ οὐ ψεύδεται Παῦλος τὸ στόμα τῆς ἀληθείας· ὃ γάρ τις κολλᾶται, μετὰ τοῦ κολλωμένου (κολομένου χγ.), ἓν γίνεται· ὥσπερ γὰρ ὁ τῇ πόρνῃ κολλώμενος (κολόμενος χγ.), ἓν σῶμά ἐστι (A΄ Κορ. 6, 17), οὕτω καὶ ὁ μνημονεύων τὸν ἀζυμίτην Λατῖνον (τῷ ἀζυμίτῃ Λατίνῳ χγ.), ἓν καὶ αὐτὸς μετὰ τοῦ ἀζυμίτου ἐστί· καὶ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστὸς ὁ κανὼν ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὁ λέγων, ὅτι ὁ κοινωνῶν τῷ ἀκοινωνήτῳ, καὶ αὐτός ἀκοινόνητός ἐστι (βλ. καν. 2 τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ συνόδου καὶ τὴν ἑρμηνεία αὐτοῦ ὑπὸ Ἀριστηνοῦ)· 

Καὶ ἕτερος κανὼν ἀφορίζων τὸν ἐν οἴκῳ ἑνὶ μετὰ σχισματικοῦ προσευχόμενον (καν. 10 τῶν Ἀποστόλων)· ὃ δὴ τούτου φοβερώτερον θεωρεῖται· καὶ αἰωνίου κολάσεως ἄξιον· τὸ ἀκόλουθον κεφάλαιον παραστήσει, καὶ ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν (Ματθ. 11, 15 κ.ἀ.), ἀκουέτω, εἶπε ὁ Κύριος. Κεφαλήν σου καὶ φῶς καὶ διδάσκαλόν σου καὶ ποιμένα ποιήσας τὸν διπλῆν (δυπλῆν χγ.) παραβάντα τὴν τε Χριστοῦ θεολογίαν περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου ὅτι ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, (Ἰω. 15, 26) τόν τε ὅρον τῶν οἰκουμενικῶν ἁγίων συν­όδων, καὶ ἀποτολμῶντα λέγειν ὅτι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται, εἰ γὰρ καὶ τῇ γλώσσῃ σιωπᾶς τὴν παραβατικοτάτην καὶ παράνομον ἐκείνην φωνήν, τῆς προφανεστάτης παρανόμου προσθήκης, ἀλλὰ ἀκριβῶς γίνωσκε (καὶ μηδείς ὀφιακῶς σε ἀπατάτω, ὡς ὁ ὄφις πάλαι τῇ Εὔᾳ) ἐπεὶ πράγματι γὰρ σαλπίζεις καὶ ὑπογράφεις τὴν τοῦ λατίνου παρανομωτάτην προσθήκην (προσθύκην χγ.), ἐν ὅσῳ τὸν [φ. 231α] λέγοντα ταύτην ἐπ’ ἐκκλησίας, σὺ ὡς παναγιώτατον καὶ ἄκρον ἀρχιερέα καὶ κορυφαῖον τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας, ἐπ’ ἐκκλησίας μνημονεύσεις.

Ἄκουσον καί ἕτερον

Θέλεις μαθεῖν μετὰ ἀκριβείας ὁ μηδὲν ἁμαρτάνειν ἡγούμενος, ἐὰν τὸν Λατῖνον τὸν τῆς παλαιᾶς Ῥώμης ἐπίσκοπος, τὸν ἀθετοῦντα τὰς ἀποστολικὰς καὶ τῶν διαδόχων αὐτῶν, καὶ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν συνόδων τὰς θεοδιδάκτους παραδόσεις (παραδώσεις χγ.) καὶ ὅρους, ὡς ὀρθοδοξώτατον τὸν πάπαν μνημονεύειν ἐθέλεις, πόσην ὀργὴν Θεοῦ ἕνεκεν τῆς παρανομίας σου ταύτης ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπισπᾶσαι; Μάθε ἀκριβῶς πρῶτον, τίνα ἀθετεῖς· λέγει γὰρ ὁ γλυκύτατος καὶ ἀψευδὴς (ἀψευδεῖς χγ.) Ἰησοῦς· ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει· καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν, ἀθετεῖ τὸν ἀποστήλαντά με (Λουκ. 10, 16). 

Ὁρᾷς ὅτι ὁ ἀθετῶν τὰς οἰκουμενικὰς ἁγίας συνόδους, καὶ τούς διαδόχους τῶν ἀποστόλων, καὶ τὰς παραδόσεις τῶν ἀποστόλων, ὅτι τὸν μονογενῆ υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀθετεῖ πάντως καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον· εἰς ὃ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀριδήλως προσκρούουσιν, μᾶλλον δὲ βλασφημοῦσι διὰ τὴν ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκην παράνομον, λέγοντες οἱ Λατῖνοι, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, ὥσπερ ἐκ τοῦ πατρὸς δηλονότι ὑπαρκτικῶς ἐκπορεύεται, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ, τὴν αἰτίαν τοῦ εἶναι ἔχει, κατὰ τὴν ἰδίαν προσωπικὴν ἐκπορευομένην ὑπόστασιν.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ἐνδεικτικὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ χειρογράφου στὸν κατάλογο τοῦ K. Hajdú, Wiesbaden 2012, σσ. 363-378.




Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

''Τούς ὀλιγοπίστους παραμύθησαι...'' -- Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου


''Τούς ὀλιγοπίστους παραμύθησαι...'' ~ Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου

Η φράση αυτή αποτελεί μέρος της ευχής της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία τελείται 10 φορές τον χρόνο (κυρίως τις Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την 1η Ιανουαρίου, και την Μ. Πέμπτη / Μ. Σάββατο).

Συγκεκριμένα, στην ευχή της προσκομιδής και περί των πιστών, ο ιερέας δέεται:

«Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, καὶ τῶν δι' εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων, καὶ ἐλέησον αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου· τὰ ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον παντὸς ἀγαθοῦ· τὰς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ διατήρησον· τὰ νήπια ἔκθρεψον· τὴν νεότητα παιδαγώγησον· τὸ γῆρας κατακράτησον· τοὺς ὀλιγοπίστους παραμύθησαι· τοὺς σκεδαζομένους ἐπισυνάγαγε· τοὺς ἀπαχθέντας ἐπίστρεψον καὶ τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ σύναψον...».

Ας εξετάσουμε την φράση "τοὺς ὀλιγοπίστους παραμύθησαι":

Ὀλιγοπίστους: Αυτούς που έχουν ασθενική, αδύναμη πίστη, που αμφιβάλλουν ή δειλιάζουν... αυτούς που δεν έχουν ακόμη ορθή πίστη, και απογοητεύονται απο τις κοσμικές αποτυχίες, ακόμη και όταν αυτές οδηγούν στόν Χριστό, και περιέχουν ωφέλεια για την ψυχή, και σωτηρία...

Παραμύθησαι: Δώσε μια παρηγοριά, μια ελπίδα, μια αχτίδα φωτός και αισιοδοξίας, να δυναμώσουν ώστε να αντέξουν τις δυσκολίες της πνευματικής ζωής, αλλά και τις δυστυχίες που προκύπτουν απο την αμαρτίες μας και την αποστασία των λαών της γής απο τον Θεό...

Δώστε μια καλή παραμυθίαν στόν λαό... Όποιος έχει αποκτήσει μια πιο ''προχωρημένη κατάσταση'' στήν πνευματική ζωη, γνωρίζει πολύ καλά περί τίνος ομιλώ, και ενθυμείται ακόμη και προσωπικές περιπτώσεις καλής ''Παραμυθίας'' απο τον πνευματικό του πατέρα.

Μιάν αλήθεια που δεν μπορούσε να ακούσει, και αντί αυτού, μιάν παραμυθία, μια παρηγοριά, γύρω απο ενα θέμα, ώστε να αντέξει, και χάριτι Θεού, να προχωρήσει στήν πνευματική του πορεία, χωρίς να εγκαταλείψει απο ολιγοπιστία, και να φθάσει έτσι σε μια άλλη κατανόηση των πραγμάτων, πνευματικό το τρόπο...

Οσα λιγοστά, απο προσωπικής πείρας γνωρίζω, ως συνεργάτης των Πνευματικών, και διακονητής στο Ιερό, σε Ναούς της Ι.Μ.Πατρών, με κάνουν να είμαι πολύ σκεπτικός απέναντι σε κάθε ιδέα ''κοσμικής αναλαμπής'' που περιμένουν πολλοί αδελφοί...

Κατανοώ την ανάγκη του κόσμου για μία κοσμική νίκη.

Άλλωστε γι' αυτό ακριβώς πρόδωσε ο Ιούδας Τον Χριστό... δεν ήταν ο κοσμικός ''Μεσσίας'' που επιθυμούσε για να ελευθερώσει το Ισραήλ απο τούς Ρωμαίους και να κάνει ''δυνατό'' το Ισραήλ...

Και φτάνουμε στο: Θα πάρουμε την Πόλη!

Σε πολλούς που τον ρωτούσαν, πότε θα πάρουμε την Πόλη...

Ο Άγιος Παΐσιος απαντούσε και το εξής: 

Εσύ πήρες τον Χριστό μέσα σου; άσε πότε θα πάρουμε την Πόλη...

Μήπως ανεξομολόγητοι και ακοινώνητοι το σύνολο των Ελλήνων, ονειρευόμαστε... την Πόλη;

Δεν είμαι απέναντι σε όσους Αγίους έκαναν τέτοιου είδους προβλέψεις, απεναντίας είμαι δίπλα τούς... Αν και το σύνολο της Κοινής των Θεούμενων Πατέρων Δόξας δεν μίλησε ποτέ για τέτοιες ''νίκες'' της Ορθοδοξίας. 

Μήπως όμως ειπώθηκαν ως προτροπή σε μετάνοια και παραμυθία σε αδύναμες ψυχές;

Να την πάρουμε την Πόλη, μην σας χαλάσω τώρα το χατίρι, αρκεί να θυμόμαστε και τούτο:

Την ωρα της εξόδου της ψυχής απο το σώμα, αυτό που θα έχει σημασία για την σωτηρία μας είναι η μετάνοια, η κατάσταση της ψυχής μας, αν είμαστε μέτοχοι της θείας Χάριτος Του Χριστού, και οχι πιά Πόλη είχαμε στήν κατοχή μας...

''Να την πάρουμε την Πόλη'', εφόσον έχουμε πάρει μέσα μας Τον Χριστό. Άλλη νίκη δεν υπάρχει.

- Κύριος να χαρίζει φώτιση και σοφία ολούθε. Εύχεστε.



''Τούς ὀλιγοπίστους παραμύθησαι...'' - Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου

(Μικρές σκέψεις επάνω στόν λόγο αυτό, που τόσο έντονα αποτυπώθηκε σήμερα στήν σκέψη μου κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου, 15/3/26. Της Σταυροπροσκυνήσεως.)

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τα τρία εἴδη ἀθεΐας κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ


Ἁγίος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ~ Τα τρία εἴδη ἀθεΐας
πρός «Τόν εὐλαβέστατον μοναχόν κύρ Διονύσιον»

Κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὑπάρχουν τρία εἴδη ἀθεΐας· στὸ πρῶτο ἀνήκουν οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν ἄθεοι, ὅσοι, δηλαδή, δὲν πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, στὸ δεύτερο ἀνήκουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαστρέφουν τὰ τοῦ Θεοῦ ...καὶ στὸ τρίτο ὅσοι κινούμενοι ὑπό «ἀνευλαβοῦς εὐλαβείας»...

..Σιωποῦν καί δέν ὁμιλοῦν γιά τήν διαστροφή τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας.

«Τρίτον δὲ ἐστιν εἶδος, οὐ πόρρῳ τῆς ἀνωτέρω πονηρᾶς ξυνωρίδος, τὸ παραιτεῖσθαί τι λέγειν τῶν δεδογμένων περὶ Θεοῦ».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359), ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, σὲ ἐπιστολὴ τοῦ πρὸς «Τὸν εὐλαβέστατον μοναχὸν κὺρ Διονύσιον»(Ε.Π.Ε.4,404) γράφει ὅτι τρία εἶναι τὰ εἴδη τῆς ἀθεΐας. 

Α) Ἢ πολυειδὴς πλάνη τῶν ἑλληνιζόντων φιλοσόφων. 

Αὐτοὶ δέχονται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεὸς παρὰ μόνο οἱ κατ’ αἴσθηση ἡδονές (Ἐπίκουρος) ἢ ὑπάρχουν κάποια στοιχεῖα ὕλης (Ἐμπεδοκλῆς, Ἠράκλειτος, Ἀναξιμένης, Δημόκριτος) ἢ ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀκαταληψία τῶν ὄντων ἀπὸ ὅλους' σὲ ὅλα ἐπικρατεῖ ἡ δόκηση (Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος) ἢ φαντάσθηκαν τὸν Θεό, ἀλλὰ πολὺ ἀμυδρά (Σωκράτης, Πλάτων). 

Ὁ αἱρετικὸς Βαρλαὰμ τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς ὁ Παλαμᾶς ἀνήκει στὴ πρώτη αὐτὴ κατηγορία τῶν ἀθέων διότι ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια. Αὐτὸς ὅμως ποὺ ταυτίζει οὐσία καὶ ἐνέργεια, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰουστίνο τὸ φιλόσοφο καὶ μάρτυρα καὶ ἄλλους πατέρες, ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Διότι αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει καμμία ἐνέργεια, οὔτε ὑπάρχει, οὔτε εἶναι κάτι. 

Β) Ἢ πολυσχιδὴς καὶ πολύμορφος πλάνη τῶν αἱρετικῶν. 

Ἄλλοι θεωροῦν τὸν πατέρα ἄτεκνο (Ἰουδαῖοι), ἄλλοι τὸν θεωροῦν υἱό- πάτορα (Σαβέλλιος ποὺ δίδασκε ὅτι Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα εἶναι μία ὑπόσταση καὶ ἁπλῶς φέρει διαφορετικὰ ὀνόματα ἢ φορεῖ διαφορετικὲς μάσκες κατὰ καιρούς), ἄλλοι τὸν θεωροῦν ἄκτιστο πατέρα κτιστοῦ υἱοῦ καὶ πνεύματος(Ἄρειος, Εὐνόμιος, Μακεδόνιος) καὶ ἄλλοι ἄλλα.

Ὅλοι αὐτοὶ δὲν διαφέρουν σὲ τίποτα ἀπὸ τοὺς ἀθέους. Λυμαίνονται τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεία φύση τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Αὐτοὺς ζήλεψαν ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὁ Ἀκίνδυνος οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς ταύτιζαν ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια ὅπως προαναφέραμε, ἀφ’ ἑτέρου στὶς σχέσεις τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δεχόταν κτιστὴ ἐνέργεια. Ἔτσι ἔκαναν τὸ Θεὸ κτίσμα ἀφοῦ δεχόταν κτιστὴ ἐνέργεια' διότι ἀπὸ τὴν ἐνέργεια φαίνεται ἡ φύση λένε οἱ πατέρες. 

Γ) Τὸ ν’ ἀποφεύγει κανεὶς ν’ ἀναφέρει ὅλα τὰ δόγματα περὶ Θεοῦ. 

Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀθεΐας δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν προηγούμενη πονηρὴ δυάδα. Κι ὅμως τὸ μετέρχονται θεολόγοι καὶ κληρικοὶ καὶ δὲν ἀναφέρονται σ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι δύσληπτα στὸ μυαλὸ τῶν πολλῶν. 

Δὲν ἐξηγοῦν τὶς θεολογίες τῶν ἁγίων πατέρων σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὶς ξέρουν, προφασιζόμενοι ὅτι δὲν εἶναι εὔληπτες οὔτε ἐφικτὲς γιὰ τὸν πολὺ κόσμο...

Κι ὅμως ἂν ἀποσιωπήσεις ἀκόμη καί μία δογματική διδασκαλία καταστρέφεται ὁ δογματικός φράκτης τῆς Ἐκκλησίας μας καί εἰσβάλλει ἔτσι τό δηλητήριο τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας.

Οἱ αἱρετικοί φοβοῦνται καί δυσαρεστοῦνται ἀπό τήν ἀνάπτυξη τῆς συνολικῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι ἔτσι πέφτει τό προσωπεῖο τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσεβείας πού αὐτοί φέρουν...
 
Συνοψίζοντας: Πρῶτο εἶδος ἀθεΐας ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. - Δεύτερο, ὅτι ὑπάρχει ἀλλά ὄχι ἀπλανώς.  -  Τρίτο ἡ ἐλλειπῇς παρουσίαση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, και η σιωπή ὅταν τὸ κινδυνευόμενον εἶναι ἡ Πίστις.


Τα τρία εἴδη ἀθεΐας κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ
________________________________

Πηγή: pmeletios.com

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Φώτισόν μου το σκότος, φώτισόν μου το σκότος Κύριε! ~ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς


Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Κυριακὴ Β' τῶν Νηστειῶν.

Πηγαίνων εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔμεινεν εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Βατοπαιδίου υποταχθείς εἰς τὸν θεῖον Νικόδημον (ὅστις ἦτο θαυμάσιος ἡσυχαστής καί ἔλαμπε κατά τε πρᾶξιν καὶ θεωρίαν), ἐκεῖ δὲ ἔλαβε καὶ τὸ Ἀγγελικὸν σχῆμα. Ἀφοῦ δὲ ἔγινε Μοναχὸς ὁ Ἅγιος πόσον ἠγωνίσθη καὶ πόσον ἐπροχώρησεν εἰς τὴν πρᾶξιν ὁμοῦ καὶ τὴν θεωρίαν, ἀκούσατε.

Διήνυε τὸ δεύτερον ἔτος ἀγωνιζόμενος κατὰ Θεὸν μὲ νηστείας καί ἀγρυπνίας, μὲ συγκέντρωσιν τῶν λογισμῶν καί ἀκατάπαυστον προσευχήν, προβάλλων πάντοτε τήν Θεοτόκον ὁδηγὸν ὁμοῦ καί προστάτιδα και μεσίτριαν, καί ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καί ὥραν θέτων μὲ προσευχὰς ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του τὴν βοήθειάν της.

Ἐν μιᾷ λοιπὸν τῶν ἡμερῶν, ἐκεῖ ὅπου ἡσύχαζε κατά μόνας καί εἶχεν ὅλους τοὺς λογισμούς του συγκεντρωμένους εἰς τόν ἑαυτόν του καί εἰς τόν Θεόν, ἐφάνη ἔξαφνα έμπροσθέν του εἷς σεμνοπρεπής καί σεβάσμιος (ἦτο ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος) καί κοιτάζων μὲ ἱλαρὸν ὄμμα τόν Γρηγόριον τοῦ εἶπεν·

«Ἦλθον, τέκνον, ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν Ἁγιωτέραν τῶν ἁπάντων καί Βασίλισσαν τῶν οὐρανῶν διὰ νὰ σὲ ἐρωτήσω, διά ποίαν αἰτίαν ἀνὰ πᾶσαν ὥραν φωνάζεις πρὸς τὸν Θεόν· φώτισόν μου το σκότος, φώτισόν μου το σκότος;».

Ἀπεκρίθη ὁ Γρηγόριος· «Καὶ τί ἄλλο πρέπει νὰ ζητῶ ἐγώ, ὅστις εἶμαι ἐμπαθής καὶ πλήρης ἁμαρτιῶν παρὰ νὰ ἐλεηθῶ καί νά φωτισθῶ, διά νά γνωρίζω τὸ θέλημά του τὸ Ἅγιον καί νά τό ἐκτελῶ;».

Τότε τοῦ λέγει ὁ Εὐαγγελιστής· «Ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων διά μέσου ἐμοῦ τοῦ δούλου της ὁρίζει νὰ εἶμαι ἐγὼ βοηθός σου». Ἠρώτησε τότε ο Γρηγόριος· «Καί ποῦ πρόκειται νὰ μὲ βοηθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου; Είς τήν παροῦσαν ζωὴν ἤ εἰς τήν μέλλουσαν;».

Ἀπεκρίθη ὁ Θεολόγος· «Καί είς τήν παροῦσαν ζωήν καί εἰς τήν μέλλουσαν». Ταῦτα εἰπὼν ὁ θεῖος Ἰωάννης καί πληρώσας τὴν καρδίαν τοῦ Γρηγορίου ἀρρήτου εὐφροσύνης διά τάς υποσχέσεις τῆς Θεοτόκου, ἔγινεν ἄφαντος.


Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Τόμος ΙΓ' Τριῳδίου σελ. 298,299 Ἐκδόσεις Συναξαριστής Ἀθῆναι 2020.

Εναλλακτικές αναρτήσεις

Share this